Καταρχήν το τόπικ του ποδοσφαιριστή του Παναθηναϊκού γιατί είναι κλειστό ρε παιδιά;
Για να τελειώνουμε με την ιστορία αυτή, επειδή καλή η γυριστή αλλά μερικοί πάνε να βγάλουνε και το άσπρο μαύρο. Με τον άνθρωπο αυτόν δεν έχουμε καμία μεταφυσική κόντρα, κανένα σύμπλεγμα. Άλλωστε τι σύμπλεγμα θα μπορούσαμε να έχουμε; Ζηλεύουμε το αυτοκίνητό του ή την κοπέλα του;
Εάν ανατρέξεις στις πρώτες σελίδες αυτού του τόπικ, θα δεις ότι απεναντίας, τον λατρεύαμε.
Εγώ ο ίδιος βλέποντας την μαχητικότητά του σε εποχές που ο Π.Α.Ο.Κ. μαστιζόταν από λαμόγια και από μετριότατους ποδοσφαιριστές, έλεγα να τον δώσουν το περιβραχιόνιο του αρχηγού. Παλήκαρο τον ανεβάζαμε, παικταρά τον κατεβάζαμε. Οπότε είναι φουλ άστοχο αυτό που γράφεται κυρίως στον τύπο αλλά και εδώ: βρε τους κακούς τους παοκτσήδες έχουν κόμπλεξ με το παιδί.
Όποιος γνώρισε την κατάσταση που επικρατούσε επί Γούμενου στην ομάδα θα είναι τυφλός αν δεν αναγνωρίσει ότι κατάπιαμε πολλές προσβολές από τον συγκεκριμένο επαγγελματία.
Όταν ένα σοβαρό τμήμα του ΛΑΟΥ του Π.Α.Ο.Κ. (όχι όλοι) ήταν στα χαρακώματα και κυνηγούσαν με όλη τους τη δύναμη την διοίκηση της ανυποληψίας, ο εν λόγω κύριος ευχαριστούσε τον πρόεδρο προσωπικά για την ανανέωση συμβολαίου και την υποστήριξή του
Παοκτσάκι είναι λέγαμε τότε, δε θα κάνει αυτός τον πόλεμο εναντίον του Γούμενου, αν και μέσα μας χαλιόμασταν βαθιά επειδή παρείχε υποστήριξη σε ένα άτομο που πήγαινε την ομάδα πίσω...
Όταν ο πόλεμος αυτός ήταν στην πλήρη του ανάπτυξη, με απαξιωμένη ομάδα και με χρωστούμενα σε όποιον μιλούσε ελληνικά, φάγαμε κι άλλο χαστούκι.
Ο άνθρωπος αυτός τόλμησε να απευθυνθεί στην κερκίδα του Π.Α.Ο.Κ., σε αυτή που έχει υποκλιθεί ο Μαραντόνα, για να της υποδείξει να... το βουλώσει. Πλέον ο αγαπητός μας Δημητράκης δεν το έκρυβε: μας έλεγε να κάνουμε τουμπεκί στην πιο κρίσιμη μάχη για την επιβίωση του ο μεγάλος μας σύλλογος.
Η μάχη με τον Γούμενο βρήκε τον ίδιο εγκλωβισμένο στα τραγικά του λάθη και την κατακραυγή του κόσμου, και έτσι το καλοκαίρι του 2006 έκανε αυτό που όλοι εκείνη τη στιγμή αναγνωρίσαμε ως την τελευταία του κίνηση: από τη μία πέταξε την πετσέτα στο ριγκ (αφού δεν θα άντεχε την πίεση του κόσμου έτσι ώστε να διοικήσει κι άλλο), από την άλλη έπαιρνε ενάμιση εκατομμύριο ζεστό και ήταν έτοιμος να φύγει.
Eκείνη τη στιγμή, η μοναδική διέξοδος από την κρίση και συνάμα την ανάσταση του Π.Α.Ο.Κ. θα ήταν ο Δημήτρης Σαλπιγγίδης, ο άνθρωπος τον οποίο βλέπαμε τις Κυριακές στις συνοικιακές μας καφετέριες και τον χτυπούσαμε φιλικά στην πλάτη, να κάνει ό,τι θα έκανε ο καθένας από μας. Να σκεφτεί ΩΣ ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΜΑΣ.
Για μία ακόμη φορά όμως, αποδείχτηκε κατώτερος των προσδοκιών και της εμπιστοσύνης με την οποία τον περιέβαλλε ο κόσμος.
Όχι μόνο αγνόησε τα δυναμικά μέτρα τα οποία είχαμε ήδη αρχίσει (κατάληψη γραφείων, δημοσιοποίηση πολέμου στην διοίκηση), αλλά έφυγε από την πίσω πόρτα του αεροδρομίου αντί να κοιτάξει στα μάτια αυτούς που έκαναν 500 χιλιόμετρα μόνο για να τον εκλιπαρήσουν "Μείνε ρε Μήτσο".
Όχι μόνο πρόδωσε τον αγώνα μας για απελευθέρωση του Π.Α.Ο.Κ., αλλά πληρώθηκε από το υστέρημα του ανέργου και του συνταξιούχου παοκτσή (κι ας ψελλίζει μετά από 2 χρόνια τα αντίθετα σε δημοσιογράφους της Αθήνας). Η αλήθεια είναι μία: ακόμη και ο Καφές, ακόμη και ο Γεωργιάδης, όταν πήραν την απόφασή τους να φύγουν από τον Π.Α.Ο.Κ., είχαν το σθένος και την ειλικρίνεια να πουν μερικές τελευταίες κουβέντες, να εξηγήσουν τους λόγους, τις παραμέτρους και τις αφορμές της φυγής. Ο Δημήτρης έφυγε σαν τον κλέφτη, και ζητάει να γυρίσει ΤΩΡΑ, ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΜΕ ΚΟΠΟ ΚΑΙ ΑΙΜΑ έχουμε ξαναφτάσει τον Π.Α.Ο.Κ. εκεί που έπρεπε να είναι πάντα, ένα ανταγωνιστικό σωματείο που χτυπάει τις αθηναϊκές ομάδες στα ίσια.
ΤΩΡΑ ΛΟΙΠΟΝ, ΑΥΤΗ ΤΗ ΔΥΣΚΟΛΗ ΩΡΑ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΝΑ ΜΑΣ ΠΟΥΝ ΟΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ, ΟΙ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΜΗΧΑΝΙΚΗΣ, ΟΤΙ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟΝ ΥΠΟΔΕΧΤΟΥΜΕ ΜΕ... ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΑΓΚΑΛΕΣ. ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΡΩΤΟΥΣΑΝ ΜΕ (ΝΤΕΜΕΚ) ΑΠΟΡΙΑ: ΤΙ ΣΑΣ ΦΤΑΙΕΙ Ο ΓΟΥΜΕΝΟΣ;
Εμείς οφείλουμε να τους απαντήσουμε κάπως έτσι, όπως και στον επαγγελματία φίλο τους με την πράσινη (πλέον) φανέλα:
Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Οχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα
πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο το όχι -- το σωστό -- εις όλην την ζωή του.
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1901)