Κυριακή, 7 Δεκέμβριος 2008
Μπάτσοι-Γουρούνια-Δολοφόνοι
Η ώρα είναι μία το βράδυ. Μόλις γυρίσαμε απ΄τα επείγοντα του νοσοκομείου, με διεγνωσμένη μια βαρβάτη τενοντίτιδα. Με ένα μόνο χέρι και το άλλο μπανταρισμένο, πλένω τα ωραία πιάτα απ΄το "καλό" σερβίτσιο και προσπαθώ να μαζέψω τα ασυμμάζευτα στο σπίτι. Σήμερα είχαμε διπλή γιορτή και τραπέζι. Το μωρό αποκοιμήθηκε επιτέλους.
Στο βάθος ακούγεται η τηλεόραση που ξέμεινε αναμένη. "Μετά τον θανάσιμο τραυματισμό δεκαπεντάχρονου , εκτεταμένα επεισόδεια έχουν ξεσπάσει στο κέντρο της Αθήνας...". Αφήνω το πατσαβούρι που κρατάω και πάω σαν υπνωτισμένος προς το κουτί. Δείχνει πλάνα αρχείου από μπάχαλα και δηλώσεις υπουργών. Μένω άφωνος, παγωμένος. Φρικάρω.
Μπαίνω στο Indymedia και διαβάζω για το συμβάν. Ο κόσμος είναι έξαλλος και κατεβαίνει στο κέντρο. Αυθόρμητες μεταμεσονύκτιες διαδηλώσεις γίνονται ήδη σε διάφορες πόλεις. Καταλήψεις στη Νομική, το Πολυτεχνείο, την ΑΣΟΕΕ. Θυμώνω, θυμώνω, τα παίρνω στο κρανίο, τ΄αυτιά μου καίνε απ΄την οργή μου.
Βγαίνω στο μπαλκόνι και κάνω ένα τσιγάρο. Κάνω ένα δεύτερο. Κι ένα τρίτο.
Μού΄ρχεται να κλαίω. Πρίν λίγα χρόνια, σε δέκα λεπτά μέσα, θά μουνα στο δρόμο για το κέντρο. Νιώθω εγκλωβισμένος. Απ΄το παραλυμένο χέρι μου, τις σκουριασμένες μου κλειδώσεις, τα ανεπαρκή πνευμόνια μου, τα σαράντα μου χρόνια που βαραίνουν σα βαρίδια από μολύβι στα πόδια μου. Εγκλωβισμένος κι απ΄τις πορσελάνες και τα κρυστάλλινα ποτήρια μου, που με τόση σπουδή πριν από λίγα λεπτά προσπαθούσα να κάνω να αστράψουν. Τόσο ανούσια, τόσο μικροαστικά, τόσο πολύ άλλαξα τη ζωή μου.
Μια μάνα μόλις έχασε το έφηβο παιδί της απ΄το χέρι ενός κομπλεξικού καργιόλη.
Βρωμιάρη, μουνόπανο, σα να σε ακούω να κοκορεύεσαι παλιοαρχίδι, με τους άλλους τους ξεκωλιάρηδες του συναφιού σου: " Δε με ξέρεις καλά εμένα ρε! Εγώ είμαι τρελλός! Άμα μου τη βαρέσει, τους την άναψα!" Και για να αποδείξεις τη μαγκιά σου, έβγαλες το όπλο και πυροβόλησες κατάστηθα ένα παιδάκι δεκαπέντε χρονών, επειδή σου την είπε.
Πόσο θα πληρώσεις το φόνο? Θα τη βγάλεις φτηνά και το ξέρεις. Αυτά τα φονικά γίνονται με τις ευλογίες και των υπουργείων και των δικαστηρίων σας.
Μήπως πλήρωσε ο Μελίστας για τον Μιχάλη? Μήπως πλήρωσαν οι δολοφόνοι του Μαραγκάκη? Πεντέμισι χρόνια με αναστολή νομίζω φάγανε. Τώρα είναι ελεύθεροι.
Τον θυμάμαι τον Μιχάλη. Σήμερα θά ταν σχεδόν στην ηλικία μου. Δεν τον ήξερα, αλλά τον θυμάμαι. Ήταν πολύ της μόδας στα φρικιά εκείνη την εποχή, τα ασπρόμαυρα καρώ πουκάμισα, σαν αυτό που φόραγε την τελευταία του νύχτα της 17 Νοέμβρη του ΄85. Είχα κι εγώ ένα τέτοιο και το φόραγα εκείνο το βράδυ, όπως και τουλάχιστον άλλα δέκα άτομα που κοζαριζόμασταν μεταξύ μας και γουστάραμε λόγω της κοινής ενδυματολογικής μας άποψης. Ήταν μιά από τις πρώτες πορείες που πήγαινα. Έγιναν κάτι σπασίματα στο Χίλτον, πέσανε μερικά μπουκάλια, δακρυγόνα, τρεξίδι, σκαπουλάρισμα, γύρισα σπίτι. Την άλλη μέρα τον είδα στις εφημερίδες με το αίμα να ανθίζει γύρω απ΄το κεφάλι του, τα μάτια μισάνοιχτα, τόσο ωραίος, τόσο παιδί, τόσο κρίμα.
Η εικόνα μου καρφώθηκε στο κρανίο. Είναι αυτές οι ξένες φωτογράφιες που γίνονται πιά τόσο δικές σου, σα να τις τράβηξες εσύ, σα να ήσουν εκεί δίπλα, σα να ήταν δικός σου αυτός ο άγνωστος νεκρός των δεκαπέντε χρόνων, που θα μείνει για πάντα δεκαπέντε χρονών, που ποτέ δε θα γίνει σαράντα, που στοίχειωσε για πάντα τη ζωή σου.
Ο γνωστός σου-άγνωστος.
Τώρα που βγήκα στο μπαλκόνι, είδα τον εαυτό μου, με το παλιό καλό ασπρόμαυρο πουκάμισο, με μάτια κόκκινα που πέταγαν φωτιές να μου ουρλιάζει: "όταν οι μπάτσοι σκοτώσουν τα παιδιά σας, τότε θα βγείτε απ΄τα κλουβιά σας". Κι ύστερα ντροπιάστηκα, γιατί σήμερα το βράδυ έμεινα στο κλουβί μου, αγκαλιά με τις χιλιάδες δικαιολογίες μου, σα φοβισμένο ανθρωπάκι, που οργίζεται αλλά σταμάτησε να φωνάζει.
Όμως το θέμα δεν είμαι εγώ κι οι ενοχές μου.
Το θέμα είναι η καταστολή και πόσο τη συνηθίσαμε. Είναι οι μπάτσοι που σκοτώνουν αδιακρίτως για ψύλλου πήδημα. Είναι η μάνα του Μιχάλη, του Ηρακλή, του Αλέξη.
Στην Κατάληψη του Πολυτεχνείου το ΄90, για την αθώωση του Μελίστα, κυκλοφορούσε ένα χειροποίητο αφισάκι που έλεγε κάτι τέτοιο :
"Φάε μωρό μου το φαϊ σου για να μεγαλώσεις, κι όταν θα γίνεις δεκαπέντε χρονών, κανένας πούστης μπάτσος δε θα σε πυροβολήσει, γιατί θα του ΚΟΨΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ" .
Άν πίστευα σε μετά θάνατον ζωή, θα ευχόμουν στον Αλέξη να πάει σε ένα μέρος χωρίς ανθρωποφύλακες και εξουσίες.
Αλλά δεν πιστεύω.
http://trippingsqueaky.blogspot.com/2008/12/blog-post.html