Το αλλο το διαβασατε;
Η Ρούλα και η Σταμάτεια Μια φορά και έναν καιρό
σε έναν πολυσύχναστο δρόμο της Κίτρινης Πόλης ζούσαν δύο άσπονδες φίλες:
η Ρούλα -από το Γρηγορούλα- και η Σταμάτεια.
Κατοικούσαν μόνιμα στο ίδιο φανάρι και προειδοποιούσαν τους πεζούς διερχόμενους για το αν έρχονται ή όχι αυτοκίνητα. Κι ενώ ήταν ολόιδιες, είχαν και σημαντικές διαφορές, τόσο στην εμφάνιση όσο και στο χαρακτήρα.
Η Ρούλα ήταν στρογγυλή και φορούσε ένα καταπράσινο φόρεμα. Πάντοτε βιαστική και αυστηρή φώναζε με την τσιριχτή φωνή της:
- Εμπρός, γρήγορα, περάστε, πριν έρθουν τα αυτοκίνητα και σας χτυπήσουν.
- Άντε κοριτσάκι, μη στέκεσαι.
- Γρήγορα σκυλάκι, θα σε πατήσουν.
- Α, αν δεν ήμουν εδώ, σκεφτόταν, τι θα γινόταν με όλους αυτούς τους απρόσεκτους ανθρώπους; Σίγουρα θα τους πατούσαν τα αυτοκίνητα. Θα πρέπει να με ευγνωμονούν...
Η Σταμάτεια από την άλλη πλευρά ήταν πάντα νωχελική και νυσταγμένη. Ήταν ντυμένη με ένα κατακόκκινο φόρεμα και μιλούσε ευγενικά μα πάρα πολύ αργά:
- Παρακαλώ σταματήστε. Τώρα πρέπει να περιμένετε γιατί θα περάσουν τα αυτοκίνητα.
- Ααχ, λίγο ακόμα παρακαλώ. Μανούλα, κράτα το μωράκι σου να μη βγει στο δρόμο.
- Περίμενε γιαγιάκα. Θα σου πω εγώ πότε να ξεκινήσεις. Α, να ένας κύριος. Βοηθάτε παρακαλώ, κύριε, την καημένη τη γιαγιούλα; Ευχαριστώ πολύ.
Στα διαλείμματα της δουλειάς τους, δηλαδή όταν δεν περνούσε κόσμος από εκεί,
οι δύο φίλες μιλούσαν μεταξύ τους: πότε «ευγενικά»:
Ρ: Γλυκιά μου, πώς τα πας: Πολύ κόκκινη είσαι σήμερα. Μήπως έχεις πυρετό; Εγώ ενδιαφέρομαι για σένα. Μήπως να σου φέρουμε γιατρό; Δε μιλάς σήμερα.
Σ: Εγώ, μια χαρά είμαι. Εσύ κοντεύεις να τρελλαθείς από τη βιασύνη σου. Αν δεν είχες εμένα τι θα έκανες!
...και πότε όχι τόσο «ευγενικά»:
Ρ: Άντε, κοκκινομουρίτσα, ακόμα κρατάς τον κόσμο; Άστους να πάνε στη δουλειά τους. Είσαι αργόσχολη, βαρετή και χαζή!
Σ: Εσύ είσαι πράσινη από την κακία σου και επικίνδυνη. Δεν ξέρεις ότι τα αυτοκίνητα δεν σταματούν εύκολα και μπορεί να χτυπήσει κανείς; Ανόητη, δεν σου ξαναμιλάω!
Μια μέρα πέρασε από το δρόμο ένα μικρό κοριτσάκι, όμορφο, εξυπνούλικο και πολύ ζωηρό. Είχε χάσει το δρόμο του και ήταν λυπημένο. Όταν είδε το φανάρι σταμάτησε και το κοίταξε σκεφτική.
Ρ: Τι κοντοστέκεσαι μικρό κοριτσάκι; Δε βλέπεις πώς λάμπει το πράσινο χρώμα μου; Άντε πέρνα λοιπόν...
- Μα πού να πάω; Ρώτησε το κοριτσάκι. Έχασα το δρόμο μου και φοβάμαι πολύ.
Σ: Πώς σε λένε καλό μου κοριτσάκι; Ρώτησε τότε η Σταμάτεια που μόλις είχε ανάψει την κόκκινη φορεσιά της.
- Με λένε Ασπασάκι, απάντησε το κοριτσάκι.
Σ: Και πού πηγαίνεις;
- Πηγαίνω στον παιδικό σταθμό. Έχουμε σήμερα αποκριάτικη γιορτούλα.
Σ: Γι΄ αυτό είσαι τόσο ωραία ντυμένη; Τι είσαι αλήθεια;
- Χιονάτη. Ντύθηκα την αγαπημένη μου πριγκίπισσα των παραμυθιών. Φοβάμαι όμως ότι χάθηκα. Είπε το Ασπασάκι και ένα δάκρυ κύλησε από τα όμορφα μάτια του.
Ρ: Γιατί κλαις μυξιάρικο; Δεν ξέρεις ότι τα παιδάκια δεν κυκλοφορούν μόνα τους στο δρόμο; Πού είναι η μαμά ή ο μπαμπάς σου;
Σ: Πάψε να μιλάς έτσι άκαρδη. Στενοχωρείς το Ασπασάκι.
- Έχει δίκιο η Ρούλα, κλαψούρισε το Ασπασάκι. Έφυγα από το σπίτι κρυφά, γιατί νόμιζα ότι μπορούσα μόνη μου να βρω το σχολείο μου και να, που τώρα χάθηκα και μου λείπει το σπίτι μου. Θέλω το μπαμπά μου!!. Έσκουξε τώρα πια το μικρό παιδάκι.
Σ: Σίγουρα θα σε ψάχνει η μαμά σου. Μείνε μαζί μας για λίγο. Μπορεί να έρθει να σε βρει. Α, να η δασκάλα του παιδικού, η κυρία Μαρίνα. Κυρία δασκάλα, το βλέπετε το Ασπασάκι; Μπορείτε να το πάρετε γιατί χάθηκε και να ειδοποιήσετε τους γονείς του που θ' ανησυχούν;
- Και βέβαια, είπε η καλή δασκάλα και αγκάλιασε το κοριτσάκι που σταμάτησε αμέσως να κλαίει. Μόνο θέλω μια χάρη, Ασπασάκι μου.
- Ό,τι θέλεις κυρία. Και σε ευχαριστώ που βρέθηκες εδώ.
- Θέλω, τώρα που θα πάμε στο σχολείο, να διηγηθείς σε όλα τα παιδιά το πάθημά σου για να τους γίνει μάθημα.
- Ω ναι, θα τους πω ποτέ να μη φεύγουν από τους γονείς τους και πάντα να προσέχουν στο δρόμο. Να σταματούν στο φανάρι και να υπακούν στη Ρούλα και στη Σταμάτεια. Από σήμερα έχω δυο καινούργιες φίλες. Θα πω σε όλα τα παιδιά τα χαρίσματά τους και...θα ήθελα κι εγώ μια χάρη κυρία.
- Τι, κοριτσάκι μου;
- Να έρθουμε μια μέρα όλοι μαζί για να γνωρίσουν και τα άλλα παιδιά τη Ρούλα και τη Σταμάτεια. Σίγουρα θα είναι πολύ χρήσιμη η γνωριμία μαζί τους.
- Εντάξει, απάντησε η δασκάλα, έσκυψε και αγκάλιασε το κοριτσάκι. Τότε η Ρούλα ξέσπασε σε ένα δυνατό χειροκρότημα, ενώ η Σταμάτεια δεν έκρυψε ένα ζεστό δάκρυ που λαμπύρισε στο κατακόκκινο πρόσωπό της.
Ο Σταμάτης και ο Γρηγόρης, - τα φανάρια των αυτοκινήτων -, χαμογελούσαν και χαιρετούσαν το μικρό κοριτσάκι, που σαν τη Χιονάτη των παραμυθιών είχε χάσει το δρόμο της, όχι στο δάσος αλλά στον αυτοκινητόδρομο και που η αγάπη των καλών ανθρώπων και η αγνή καρδούλα της την έσωσαν για άλλη μια φορά.
http://www.paidika.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=1688&Itemid=83