Τα στημένα και το open play
02/02/11
Με ένα παιχνίδι στο οποίο δεν έβγαλε ούτε ίχνος «επιθετικής προσωπικότητας», οπότε δεν έβαλε και την αντίστοιχη απαίτηση στον εαυτό του, την Κυριακή ο ΠΑΟΚ έφυγε ξεκούραστα με το 0-0 από το εχθρικό περιβάλλον στο σπίτι του Αρη.
Αν από αυτό πήρε θάρρος και γι' απόψε όμως, ότι δηλαδή το 0-0 «το έχει», αυτός στην πραγματικότητα θα ήταν ο νούμερο-ένα κίνδυνος αποπροσανατολισμού περί τη στρατηγική. Γιατί εκείνο το 0-0 το έφερε εναντίον της ομάδας που σκοράρει λιγότερο από κάθε άλλη στη Σούπερ Λιγκ. Ενώ τώρα αντιμετωπίζει το ακριβώς αντίστροφο, την ομάδα που σκοράρει περισσότερο από κάθε άλλη στη Σούπερ Λιγκ.
Εάν ο ΠΑΟΚ «παίξει για το 0-0», εάν αυτό θέσει ως ευθύς εξαρχής αυτοσκοπό, δεν θα πάρει το 0-0. Εάν δείξει την προσωπικότητα να χτίσει επάνω στο 1-1 του Καραϊσκάκη, τότε κανείς δεν αποκλείει να καταλήξει πράγματι σε ένα 0-0. Υπάρχει διαφορά, και ελπίζω να γίνεται κατανοητή. Η εκτίμηση (ότι αν παίξει για 0-0 δεν παίρνει 0-0) θα ίσχυε, ακόμη και να ήταν παρόντες στη μάχη ο Κοντρέρας και ο Βιτόλο. Δίχως τον Χιλιανό και τον Ισπανό, τους προφανείς πυλώνες του αμυντικού οικοδομήματος, η ίδια εκτίμηση απλώς ισχύει... στο τετράγωνο.
Στην καλή ή στην κακή μέρα του, ο Ολυμπιακός ένα πράγμα κάνει βρέξει-χιονίσει σωστά και με συνέπεια. Δεν είναι μυστικό. Είναι, κατ' ουσίαν, το modus όλης της χρονιάς του. Οτι πιέζει δυναμικά, δεν εγκαταλείπει, την μπάλα που προς στιγμήν χάνει. Επί τόπου, ακριβώς στο σημείο που προς στιγμήν τη χάνει, συνήθως μεταξύ γραμμής κέντρου και αντίπαλης περιοχής. Την πιέζει αμέσως με το που τη χάνει, όχι πέντε καρέ αργότερα.
Με τούτη την άμεση πίεση, ο Ολυμπιακός κερδίζει ότι ανακτά την μπάλα γρήγορα και σε φάση που στην άλλη ομάδα λειτουργεί πια η ιδέα να αρχίσει να ανεβαίνει προς τη σέντρα. Ετσι, λοιπόν, δεν είναι μόνον ότι πολλαπλασιάζει τον αριθμό των επιθέσεών του (και από τον αριθμό των επιθέσεων, φυσιολογικά) και τον αριθμό των «τελικών ενεργειών» του. Είναι, επιπλέον, ότι εκδηλώνει αρκετές από αυτές τις (δεύτερες) επιθέσεις κόντρα σε αμυντική διάταξη που δεν είναι «σετ».
Στην καλή ή στην κακή μέρα του, ο Ολυμπιακός θα ολοκληρώσει πάνω-κάτω 15 επιθέσεις. Οχι με σκοτωμένα σουτ απέξω, που δεν συνιστούν αληθινή επιθετικότητα, αλλά χρησιμεύουν, καμιά φορά, μονάχα στη στατιστική εντύπωση. Οι επιθέσεις του Ολυμπιακού είναι «ψαγμένες» για διάσπαση και πάτημα στην περιοχή. Ισπανικές.
Σε αυτό το συνδυαστικό παιχνίδι, έχεις να φυλαχτείς από πολλά και να νοιαστείς για πολλούς. Από πάνω, και για τα στημένα του Ιμπαγάσα. Τόσο αριστοτεχνικά που ο Δικέφαλος στον Πειραιά πριν από δύο εβδομάδες, μολονότι διαθέτει τον πιο ψηλό και τον πιο πεπειραμένο γκολκίπερ στη χώρα, παρά ταύτα δεν βρήκε την απάντηση ποτέ. Αριστοτεχνικά στημένα έχει, στον Γκαρσία ή και στον Λίνο, και ο ΠΑΟΚ.
Δύσκολα στημένα, κατά κόρον από το πλάι. Αλλά πιο πολύ σε μορφή απευθείας (ύπουλων) εκτελέσεων, που φέρνουν αναμπουμπούλα. Δευτερευόντως σε κτυπήματα με καθαρή στόχευση, π.χ. να συγχρονιστεί ο Βιεϊρίνια και να χωθεί για το καίριο τσίμπημα της μπάλας, με πόδι ή με κεφάλι, στο πρώτο δοκάρι.
Εκείνο που δεν μπορεί να έχει ο ΠΑΟΚ είναι το open play του Ολυμπιακού. Δεν μοιάζει εφικτό, ιδίως στους μεγάλους αγώνες, να επιτίθεται με πολλές μικρές πάσες και με πολυάριθμους ποδοσφαιριστές διότι ύστερα θα είναι... ανέφικτες, λόγω βαρέων σωματότυπων, οι έγκαιρες επιστροφές.
Του ΠΑΟΚ το παιχνίδι είναι «καταδικασμένο» να είναι πολύ πιο απλό. Είτε κοντρόλ-επιθέσεις με την αξιοπιστία του Γκαρσία και του Ιβιτς στη διανομή της μπάλας ή την ικανότητα του Βιεϊρίνια στο ένας-εναντίον-ενός και στην εκτέλεση από τα είκοσι μέτρα. Είτε γρήγορες μακρινές πάσες 40-50 μέτρων στην πλάτη, για να «φύγουν» ο Βιεϊρίνια, ο Σαλπιγγίδης, ο Αθανασιάδης... και ό,τι κάνουν. Πάσες που τις «έχουν» ο Γκαρσία και ο Ιβιτς. Αλλά ακόμη, διαπιστώσαμε στο Φάληρο, και ο Τσιρίλο! Και μάλιστα, με την μπάλα στημένη.
http://www.exedrasports.gr/blogs/articleblog/?aid=95786&cid=92