Συνθέτες (2)
Οι συνθέτες των συνθημάτων μας
Μέρος 2ο
11. Go West
Συνθέτης/Αυθεντικοί στίχοι: Victor Willis
Πρώτη εκτέλεση: Village People, 1979
Ακούστε το εδώ.
Διάσημη διασκευή:
Οέ, ΠΑΟΚ λε ολέ
(Μπέλλος, επιτόπου, σε προθέρμανση μπάσκετ ΠΑΟ-ΠΑΟΚ)
12. No Limit
Συνθέτης/Αυθεντικοί στίχοι: J.P.DeCoster, A.Dels, R.L.Slijngaard, P.Wilde
Πρώτη εκτέλεση: 2 Unlimited,1993
Ακούστε το εδώ.
Διάσημη διασκευή:
No, No, νερό στο Μόρνο
Νο, Νο, Νο, Νο, Νο νερό στο Μόρνο
13. Το Κόκκινο Φουστάνι
Συνθέτης: Σταύρος Κουγιουμτζής
Αυθεντικοί στίχοι: Κώστας Κινδύνης
Πρώτη εκτέλεση: Ελευθερία Αρβανιτάκη, 1986
Ακούστε το εδώ.
Διάσημη διασκευή:
ΠΑΟ, γαμώ τη Λεωφόρο
Και κάθε πούστη φλώρο Παναθηναϊκό...
14. The Old Chisholm Trail
Συνθέτης/Αυθεντικοί στίχοι: Παραδοσιακό Αμερικανικό
Πρώτη εκτέλεση: Καουμπόικο, 1870
Ακούστε το εδώ.
Διάσημη διασκευή:
Τι τη σκότωσε ο Γκάλης την τρελή
Τι τη σκότωσε ο Γκάλης την τρελή...
15. Ο Μαθητής
Συνθέτης: Γιώργος Ζαμπέτας
Αυθεντικοί στίχοι: Χαράλαμπος Βασιλειάδης
Πρώτη εκτέλεση: Μανώλης Καναρίδης, 1961
Ακούστε το εδώ.
Διάσημη διασκευή:
Κατάρα σου 'δωσε ο Θεός
Και δεν μπορείς να χύσεις...
16. Διαβολάκι
Συνθέτης/Αυθεντικοί στίχοι: Νίκος Καρβέλας
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Καρβέλας,1990
Ακούστε το εδώ.
Διάσημη διασκευή:
Με μπλε ποδιά και τσάντα σχολικιά
Βαζελάκια, βαζελάκια
17. Είμαστε Δυο
Συνθέτης/Αυθεντικοί στίχοι: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Αντώνης Καλογιάννης, 1968
Ακούστε το εδώ.
Διάσημη διασκευή:
Βάλτε φωτιά, κάψτε καλά, Ομόνοια και Πειραιά
Το Σύνταγμα και τη Βουλή, την μπασταρδούπολη αυτή
18. Ο Λευτέρης
Συνθέτης: Σταύρος Ξαρχάκος
Αυθεντικοί στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Πρώτη εκτέλεση: Αλίκη Βουγιουκλάκη, 1966
Ακούστε το εδώ.
Διάσημη διασκευή:
Βαγγέλα, Βαγγέλα, Βαγγέλα
Όταν θα παίξουμε με κόσμο ξαναέλα...
19. Ύμνος Του Ολυμπιακού
Συνθέτης: Σπύρος Βαλσαμάκης
Αυθεντικοί στίχοι: Κώστας Κιλιμάντζος
Πρώτη εκτέλεση: Χρηστάκης Βολιώτης, 1980
Ακούστε το εδώ.
Διάσημη διασκευή:
Θρύψαλλα τα τζάμια στον ηλεκτρικό
Τα αίματα ποτάμια...
20. One Horse Open Sleigh
Συνθέτης/Αυθεντικοί στίχοι: James Lord Pierpont
Πρώτη εκτέλεση: James Lord Pierpont, 1857
Ακούστε το εδώ.
Διάσημη διασκευή:
Τρίγωνα, κάλαντα, μέσ' τον Πειραιά
Γαμιέτσι το λιμάνι κι η θύρα η 7...
http://www.isovitis.gr/index.php/epikaira/178-synthetes2Σέρρες
Ποια αριστεία και ποια πανεπιστήμια, η μεγαλύτερη περηφάνια της ζωής μου ήταν στις Σέρρες, όταν πετούσα μέσα από το γήπεδο τα εισιτήρια στους απ’ όξω, τι συγκίνηση, τι ρίγος, τι καμάρι.
Και χοροπηδούσε ο άφραγκος λαός, εδώ, εδώ, σ’ εμένα, σημάδευα τους καλύτερους κάγκουρες αλλά είχε και αέρα, τα έπαιρνε τα εισιτήρια και τρέχανε με τις χαίτες και τα μποτίνια μέσα στο δρόμο και μαλώνανε μεταξύ τους. Ένα βίντεο, ρε παιδιά, έστω και από ερασιτεχνική λήψη, να είχα απ’ αυτό. Μια θολή φωτογραφία που γράφει πίσω της «Σέρρες Εκδρομή» μου ‘μεινε μόνο. Γράψε ρε και την ημερομηνία, μυαλό δεν είχα καθόλου μικρός.
Δε θυμάμαι αν ήταν η εκδρομή που σταματήσαμε στο Ροδολίβος και κάναμε κερκίδα, Κυριακή πρωί σε αγώνα τοπικού, επειδή η μία ομάδα φορούσε ασπρόμαυρα. Δεν ξέρω αν ήταν οι γηπεδούχοι ή οι άλλοι, πάντως μας χαιρετούσαν όλοι, και οι 22 και οι προπονητές και οι ντόπιοι φίλαθλοι, Παοκτσάκια οι Σερραίοι του ερασιτεχνικού, χαιρέτησαν, μας χειροκρότησαν, μετά ξανάρχισαν τον αγώνα τους, σου λέει εντάξει, κάνανε το χαβαλέ τους, θα φύγουν, έλα όμως που δε φεύγαμε, δώσε συνθήματα, δώσε βρισιές για τους άλλους, τους πολύχρωμους, δε θυμάμαι τι ήταν, αν ήταν, ας πούμε, κόκκινοι, θα λέγαμε για τον Πειραιά. Κάτσαμε κάνα τέταρτο, ίσως και παραπάνω, καλή προθέρμανση.
Ή μπορεί να ήταν μια άλλη εκδρομή, εκεί που πολύς κόσμος με έμαθε ως «Συμπλέκτη» κι ακόμα ως Συμπλέκτη με ξέρουν κάποιοι πίσω στην πόλη, τα τότε πιτσιρίκια. Προσπαθούσα να κοιμηθώ και πηγαίναμε με ένα χάρβαλο, οπότε σε κάθε ανηφόρα που άλλαζε ταχύτητα ο οδηγός ακουγόταν ένα κρρρρ απότομο, φώναζα εγώ «συμπλέκτη ρεεε», κάτι που έγινε αμέτρητες φορές επειδή ο δρόμος για Σέρρες είχε πολλές ανηφόρες κι ούτε μια κατηφόρα. Εκεί που βλέπεις τους λύκους δίπλα στο δρόμο να παρακαλάνε να μείνεις από βενζίνη.
Σε μία από τις δύο ήταν, δεν έχει και πολλή σημασία. Είχαμε μπει νωρίς, όλη μέρα σουρτουκεύαμε στην πόλη, αρκετός κόσμος. Εγώ, όπως πάντα, προσκολλημένος στα κέντρα αποφάσεων, από μικρό με γοήτευε η πολιτική και οι πρωταγωνιστές της, καθόμουν δίπλα στους υπουργούς και έπαιρνα μαθήματα. Προφανώς και δεν πήρα κανένα μάθημα, εδώ που τα λέμε, σχεδόν τίποτα δε θυμάμαι απ’ όσα λέγανε, και τι να λέγανε, δηλαδή, πού είναι ο έτσι, πάλι χάθηκε ο γελοίος σε καμιά οικοδομή θα είναι, στείλε να τον μαζέψουν, εσύ να κατεβείς κάγκελο, ο άλλος από ‘δώ θα κάνει κερκίδα, άμα μας βρίσουν τις μάνες οι Σερραίοι στείλε ένα απόσπασμα κοντά τους με εφόδια, τέτοια, αλλά δεν τα έχω και ξεκάθαρα στο μυαλό μου, εντυπώσεις όλα αυτά. Και έρχεται η μεγάλη στιγμή, αυτή που την κυνηγάς, την κυνηγάς και η μοίρα σε επιβραβεύει εκεί που δεν το περιμένεις.
Βγάζει κάποιος από την τσέπη δύο μπλοκάκια. Γεμάτα. Αρχίζουν οι άλλοι να τον κράζουν, καλά, είσαι μαλάκας, τι τα έφερες μέσα αυτά, γιατί δεν τα μοίρασες στον κόσμο σου, παραλίγο να πέσουν και φάπες. Να, είχαμε λιγότερους, να, είχαμε παραπάνω εισιτήρια, να, έτσι το μέτρημα, αλλιώς η μοιρασιά, τα παίρνει ο Μάκης, αρχίζει ένα μεγάλο σούσουρο στις τάξεις των οργανωτών, εγώ πλησιάζω, όπου μπάχαλο έχω μαγνήτη. Δώσ’ τα, λέει ο εκνευρισμένος στρατηγός, κοιτάει δεξιά του, κοιτάει αριστερά του, με φωνάζει. «Εσύ, ψηλέ, έλα ‘δώ. Πάρ’ τα αυτά και μοίρασέ τα στους έξω. Στα καλά Παοκτσάκια, όμως, κατάλαβες, ρε; Ρε κατάλαβες που σε μιλάω τώρα»; Κατάλαβα, του λέω, δεν είχα πάει ακόμα και στρατό να χαιρετήσω στρατιωτικά, ξέρω εγώ. Έτσι του είπα, «ξέρω εγώ». Να φας καμιά φάπα, ρε νιάνιαρο, να δεις τι ξέρεις. Και δίνει σ’ έναν άλλο το έτερο μπλοκάκι, του λέει τα ίδια, μου τρώει τη μισή χαρά. Γιατί, ρε Μάκη, δυο μέτρα παλικάρι με κάτι χερούκλες να, δε σε φτάνω εγώ, δηλαδή, τι τα δίνεις και στον άλλο και το μοιράζεις στη μέση;
Η θέα που είχα από μέσα στο γήπεδο των Σερρών προς τους κάτω στην πραγματικότητα θα είναι, πόσα, δέκα, άντε δώδεκα μέτρα. Στο μυαλό μου είναι σα να τους έβλεπα από τον πύργο του Άιφελ. Ή από τις δωδεκαόροφες, να παινέψουμε και τα δικά μας ψηλά κτίρια. Από κάτω μας παίρνουν χαμπάρι πως μοιράζουμε κι αρχίζει το παρακαλητό το καγκούρικο, ψηλέ, εδώ, πιο εδώ, ρε ψηλέεεε, ρε θα ανεβώ εκεί πάνω και θα σε βαρέσω, πέτα το έτσι, έτσι, με βλέπεις πώς κάνω την κίνηση, έτσι, να πάει κόντρα στον αέρα να έρθει πάνω μου, έτσι ρε σε λέω, όχι, μην το τσαλακώσεις, έλα ψηλέ, οοοο, ωραίος, ψηλέ, έρχομαι μέσα να σε φιλήσω, συνεχίστηκε αυτό κανένα τέταρτο, ένα-ένα τα πετούσαμε, σπουδαίες στιγμές.
Έτσι όπως τα πετούσαμε βασανιστικά, ή ήρθε ο Μάκης κοντά και μας άρχισε στα γαμοσταυρίδια επειδή αργούσαμε ή φοβόμουν πως θα έρθει ο Μάκης κοντά να μας αρχίσει στα γαμοσταυρίδια επειδή αργούσαμε. Δηλαδή μπορεί και να έγινε αυτό ή ήμουν τόσο χεσμένος που από τη σκέψη και μόνο πιστεύω πως έγινε. Θα μείνει αναπάντητο το ερώτημα. Πετάω και το τελευταίο, ακούω τους εμετούς από τους κάτω «ρε άλλα δεν έχει, άντε γαμήσου, ρε ψηλέ, άντε ρε που τα μοίρασες στους κολλητούς σου, τι είναι αυτά ρε» και τέτοια, ξαναπάω στη θέση μου, δίπλα στους μεγάλους, τι τσατσάκι που ήμουν.
http://www.isovitis.gr/index.php/palia/179-serresΚαθυστερημένοι
Μια ζωή στη δουλειά έφτανα στην ώρα μου. Παρά ένα ή και ένα, πάντα οριακά. Ποτέ πιο πριν, ποτέ πιο μετά.
Κάποια στιγμή, βρίσκουμε σπίτι παραδίπλα στη δουλειά, οπότε κάνω κουβέντα με το διευθυντή και του λέω «επιτέλους, μία ώρα να πάω και μία ώρα να γυρίσω ήθελα, τώρα που θα μένω δίπλα θα έρχομαι και λίγο νωρίτερα, να προλαβαίνω να πιω κι έναν καφέ πριν πλακώσει ο κόσμος». Και μου λέει, ο μπαρουτοκαπνισμένος άρχοντας της νύχτας, «τώρα είναι που δε θα έρχεσαι ποτέ στην ώρα σου». Όπως το είπε, ο σοφός, αν δεν αργούσα κάνα μισάωρο δε με έβλεπαν στη δουλειά, καθόμουν συνεχώς παραπάνω να συμπληρώσω το οκτάωρο.
Έτσι και με το γήπεδο, όσο έμενα στην επαρχία ξεκινούσα για το παιχνίδι από νωρίς το πρωί, έφτανα ώρες πριν, έμπαινα με τους πρώτους. Από τη μέρα που μετακόμισα Θεσσαλονίκη, ούτε κοτόπουλα Βάσος, ούτε εστιατόριο Χάλαρο, ούτε συνθέσεις, στην καλύτερη έφευγα είκοσι λεπτά πριν αρχίσει το ματς κι έμπαινα με την έναρξη. Πόσο καιρό έχω να δω χαρτάκια, δεν ξέρω.
Για να μην παρεξηγηθώ, έμπαινα με την έναρξη, όχι στο μισάωρο, όπως ένας δικός μου που μπήκε με την ΑΕΚ στο 0-3 την ώρα που οι μισοί έφευγαν και ακόμα και σήμερα αν τον ρωτήσεις έχει κολλήσει πως χάσαμε μόνο 0-1. Αυτός έχει στο αμάξι την ώρα ρυθμισμένη μπροστά μία ώρα και είκοσι λεπτά και πάλι καθυστερημένος μπαίνει στο γήπεδο. Του λες «τα είκοσι λεπτά μπροστά τα καταλαβαίνω, για να κάνεις γρήγορα, να αγχώνεσαι, αλλά τη μία ώρα μπροστά τι τη θες» και απαντάει «για όταν αλλάζει η ώρα».
Κλασικά, λοιπόν, μπαίνουμε και το ματς έχει αρχίσει, όχι πολύ καθυστερημένοι. Με τον Άρη, δεκαετία ’90. Έχει κόσμο, όχι γεμάτο, αλλά έχει λαό, παλμό, συνθήματα, καλή ατμόσφαιρα. Αλλά έτσι κάπως η ένταση στο μειωμένο. Βγαίνει δεξιά, ας πούμε, ο Γιουκούδης, κάνει σέντρα η μπάλα στις καντίνες κι αντί τα καθιερωμένα «ου ρε τσοπάνη, άντε ρε βγάλ’ το, το βρωμοσκούληκο, παίξε μπάλα ρεεε», ακούγεται απλώς ένα «δεν πειράζει, πάμε δυνατά» και τέτοια φλώρικα. Γλιστράει και πέφτει μόνος του ο Μίκι Κουίν τρία μέτρα έξω από την περιοχή, αντί να φωνάξουμε για πέναλτι και κόκκινη κάρτα γελάνε τριγύρω και αποδέχονται «μόνος του έπεσε, ο βλάκας».
Αρχίσαμε να κοιτιόμαστε με τη σύζυγο. Ρε τους έκαναν κάνα σεμινάριο τους δικούς μας, έπεσε καμιά οδηγία να είμαστε κομψευόμενοι σήμερα, τι παίζει, ρε με τον Άρη παίζουμε, φάτε τους ρε, τα σκουλήκια, πατήστε τους ρε, άιντε ρεεε, παίχτε μπάλα ρεεε, βλέπαμε εμείς το ημίχρονο να τελειώνει κι ακόμα με το 0-0 κι ο κόσμος στο πέταλο χαλαρός, λες και το είχαμε παραγγελία το γκολάκι και θα το παίρναμε το ματς από σιγουριά. Πόσες φορές το ‘χαμε δει το σενάριο, πιέζεις τη μικρή ομάδα 88 λεπτά και στο τέλος, σε μια αντεπίθεση, θα γλιστρήσει ο Αλεξίου, ο Μιχό αντί να τρέξει να διώξει θα του φωνάζει γιατί ρε γλίστρησες, θα πεταχτεί ένας πίτουρας από τα τσικό τους που μπήκε αλλαγή να πατήσει το χόρτο της Τούμπας που ο μπαμπάς του έχει γνωστό το φροντιστή και τον παρακάλεσε «βάλτε το μικρό να τον δει κανένας στον ΠΑΟΚ», θα μας το καρφώσει και θα ακουστεί εκείνο το κλασικό, το σιχαμερό, το εφιαλτικό «γκοοολ» σα να ακούγονται στρουμφάκια μέσα στο δάσος όποτε βάζει γκολ φιλοξενούμενος χωρίς κόσμο.
Να, πολλή πιτσιρικαρία έχει, ψιλοάδειο είναι το πέταλο, οι παλιοί δεν ξανάρθαν πίσω μετά την αποχή, έχει και λίγο κρύο, ο κόσμος δεν έχει ποδοσφαιρική παιδεία, ψάχναμε εξηγήσεις για τη χαλαρότητα. Να πεις πως κερδίζεις, έστω και 1-0, να χαλαρώσεις, το καταλαβαίνω, έτσι που έπαιζε ο αρούλης του Ντουλάπα γκολ δεν έβαζε ούτε με Μιχόπουλο στα μεγάλα κέφια του που έκανε τη γνωστή έξοδο «Πλατούν».
Βλέπουμε στο ημίχρονο τον Π, πόσα παιχνίδια είχαμε δει μαζί, γνωστός γκρινιάρης κι αυτός. Ρε Π, τι είναι αυτά σήμερα, τι ήρθαμε να δούμε, τα μυαλά μας πονάνε και τα σχετικά. Πρωτόγνωρα ψύχραιμος και ο Π, ντάξει, καλά πάει, τι ήθελες δηλαδή, με Φαν Χαμ παίζεις, πόσες επιθέσεις να κάνουμε, πάλι καλά δε λες; Τι πάλι καλά, ρε μεγάλε, στην Τούμπα παίζουμε, ρε τι πάθατε όλοι σήμερα, πλάκα μας κάνετε, όλοι σα να κερδίζουμε έχετε αράξει, εκείνη τη στιγμή εμφανίζεται και ο Υ, ωωω, τι κάνετε, πώς από ‘δώ, ωραίο άτομο ο Υ, τον γνωρίζω και στη σύζυγο, από ‘δώ ο έτσι κι αλλιώς, χαίρω πολύ, κι αυτός τα ίδια. Ρε τι έχετε πάθει, πώς έχετε φυτευτεί όλοι σας, με διακόπτει ο Υ, ρε φίλος, Ζουμπούλη έχεις μπροστά, πόσα θες να σου βάλει. Πόσα να μου βάλει, ένα να μου βάλει, φτάνει, με τέτοια ομάδα που έχουμε και το 1-0 καλό είναι. Κοιτιούνται ο Π με τον Υ, μας κοιτάνε κι εμάς, λέει ο ένας τους τι πίνετε, ρε παιδιά, δώστε μας κι εμάς.
http://www.isovitis.gr/index.php/palia/177-kathysterimenoi