ΩΡΑΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΗ
http://www.exedrasports.gr/blogs/articleblog/?cid=92&aid=66302Κάποτε στην Αμερική
11/06/10
Ημέρα ταξιδιού, ημέρα έναρξης Παγκοσμίου Κυπέλλου, ημέρα αναμνήσεων. Φεύγοντας, τέτοιες μέρες, το '94 για Νέα Υόρκη, ο Φαίδωνας Κωνσταντουδάκης στην «Απογευματινή» έβγαλε απ' την τσέπη του ένα χαρτάκι που έμοιαζε με εισιτήριο... ηλεκτρικού σιδηροδρόμου, Πειραιάς-Κηφισιά. Του το είχαν στείλει οι διοργανωτές, μαζί με την επιβεβαίωση της διαπίστευσης, για να 'ναι δωρεάν η πρώτη οδική μετακίνησή του σε αμερικανικό έδαφος. Αεροδρόμιο-ξενοδοχείο. Σε μας τους «τηλεοπτικούς», γιατί τότε πήγαινα ως ΕΡΤ, δεν υπήρχε κάτι τέτοιο. Ο Φαίδωνας ήταν «Γραπτός Τύπος». Και δεν επρόκειτο εντέλει, μολονότι διαπιστευμένος, να έλθει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μου δώρισε το χαρτάκι. «Μπορεί να σου χρειαστεί». Κανείς μας δεν ήξερε, εκείνη τη στιγμή, πόσο άξιζε!
Στη Νέα Υόρκη, στο πρώτο desk υποδοχής που βρήκα μπροστά μου, έδειξα σε κάτι κοπέλες το «εισιτήριο». Ρώτησα αν... περνά. Τι σέρβις συνεπάγεται. Εδειξαν να ενθουσιάζονται, περισσότερο απ' όσο εγώ. Ενδοεπικοινώνησαν, αμέσως. Μου ζήτησαν να περιμένω πέντε λεπτά. Σε πέντε λεπτά, ήδη είχε εμφανιστεί ένας μαύρος με ωραία στολή. Κατάλαβα, μολονότι τα αμερικανικά αγγλικά του ήταν ένα σοκ για μένα που πίστευα ότι ξέρω καλά αγγλικά, πως μου ζητούσε να τον ακολουθήσω. Με οδήγησε σε μία μυθική λιμουζίνα, απ' αυτές του σινεμά, και μου άνοιξε την πόρτα! For me? Ηταν for me. Εριξα μια ματιά μέσα, προτού ξεθαρρέψω να μπω, μήπως είχε κι άλλους. Κι όμως, ήταν only for me. Η πρώτη, και τελευταία, φορά στη ζωή μου που μπήκα σε limo.
Στη μεσημεριανή κίνηση του Μανχάταν κι ώσπου να φτάσουμε στην άλλη άκρη, στο Νιου Τζέρζι όπου θα έμενα, η διαδρομή πήρε δύο ώρες, και πλέον. Θα ήμουν ευτυχισμένος, αν έπαιρνε... πέντε. Προστατευμένος απ' την αφόρητη υγρή ζέστη μες στον κλιματισμό, με τα ποτά, με τη μουσική, με τις εφημερίδες, με τα καθίσματα στα οποία χυνόσουν όπως συνήθως αφήνεσαι στον καναπέ του σαλονιού σου, ο μαύρος κάθε τρεις και λίγο ζητούσε την κατανόησή μου για το traffic. Never mind. Take your time. No problem. Στις εφημερίδες κυριαρχούσε η δίκη του OJ Simpson, ενός top αστέρα των σπορ, για τη δολοφονία της γυναίκας του. Και οι τελικοί Νικς-Μπουλς, Τζόρνταν με Γιούιν, στο ΝΒΑ. Το Παγκόσμιο Κύπελλο έγινε... ευρύτερα αντιληπτό, στο πρώτο νοκ άουτ παιγνίδι. ΗΠΑ-Βραζιλία. Κυρίως επειδή συνέπεσε να είναι 4 Ιουλίου!
Στο Giants, έκανα έξι αγώνες. Κι άλλον ένα, αυθημερόν πήγαινε-έλα, στην Ουάσιγκτον. Επτά η ώρα το πρωί πτήση, ξύπνημα απ' τις τέσσερις, μεσημέρι το ματς μες στον καύσωνα, Νορβηγία-Μεξικό, βράδυ η επιστροφή. Μόνο που η πτήση της επιστροφής ματαιώθηκε, επειδή στην Ουάσιγκτον ειδοποιήθηκαν ότι στη Νέα Υόρκη έριχνε ο ουρανός εκείνες τις καταιγίδες ρουτίνας οι οποίες παρέλυαν (για λίγο, αλλά παρέλυαν) όλα τα συστήματα, ακόμη και την ηλεκτροδότηση ενός πολυώροφου Sheraton. Επρεπε να γυρίσω καμιά πενηνταριά χιλιόμετρα πίσω, στην πόλη, να ψάχνω «στα τυφλά» νυχτιάτικα πού θα μείνω να κοιμηθώ, και την άλλη μέρα το πρωί να ξαναδοκίμαζα την τύχη μου. Την οποία άλλη μέρα το πρωί, κανονικά έφευγα από Νέα Υόρκη για Βοστώνη να δω Ελλάδα-Αργεντινή. Κέντα!
Ηδη μπαϊλντισμένος, σχεδόν γονατισμένος, η κυρία στον γκισέ συνειδητοποίησε την ακραία απελπισία μου. «Ξέρετε, υπάρχει μία λύση». Μου πρότεινε μια φτηνή εταιρεία που εκτελούσε πτήσεις, αψηφώντας την κακοκαιρία. Αρκεί οι επιβάτες να υπογράψουν, προτού μπουν στο είκοσι θέσεων αεροπλανάκι, ότι δεν θα 'χουν καμία αξίωση μετά. At your own risk. Φέρ' το, ασυζητητί. Εξαντλημένος, βυθίστηκα σε λήθαργο πριν από την απογείωση. Υποψιάζομαι ότι κούνησε τρελά. Στη σωτήρια καταστολή μου, δεν κατάλαβα τίποτα. Αλλά το είδα στ' αλαφιασμένα μάτια των άλλων επιβατών, όταν με ξύπνησαν στην προσγείωση...
Στο Giants, σε καθεμία απ' τις έξι μεταδόσεις, επί δύο ώρες στεκόταν πίσω μου ένας ηλικιωμένος εθελοντής. Την πρώτη φορά, δεν έδωσα σημασία. Τη δεύτερη, πάλι ο ίδιος, του 'κανα ένα νεύμα. Την τρίτη, του 'πα ένα hi. Δεν έβλεπε τους αγώνες, απλώς στεκόταν εκεί, του χαμογελούσα, μου χαμογελούσε, έφερνε αναψυκτικά, thanks, έλυνε απορίες, πού είναι η τουαλέτα κ.λπ.
Την έκτη φορά, όταν τον αποχαιρέτησα επειδή θα 'ταν η τελευταία, Βουλγαρία-Γερμανία με το γκολ του Λέτσκοφ, μου αποκάλυψε με δάκρυα στα μάτια το μυστικό του που ήταν και το μυστήριό μου. Δεν έβλεπε τους αγώνες αλλά άκουγε. Ακουγε ελληνικά. Ηταν συνταξιούχος καθηγητής πανεπιστημίου, το όνομά του Πούλος, από κάποιο κομμένο -όπουλος, είχε καμιά σαρανταριά χρόνια να έλθει στον πατρογονικό τόπο, την Ελλάδα, κι ήταν εκεί για ν' ακούει, σαν μουσική μες στ' αυτί του, τη γλώσσα. Ακόμη και των Σαουδαράβων τα ονόματα, για εκείνον ήταν Μπαχ! Ζήτησε τη διεύθυνσή μου, στην Αθήνα. Μια μέρα, βρήκα στο ταχυδρομείο ένα γράμμα του. Παραμένει, έως και σήμερα, το πιο πολύτιμο σουβενίρ από μερικές εκατοντάδες, κοντινά ή μακρινά, επαγγελματικά ταξίδια