http://www.sport24.gr/html/ent/481/ent.304481.aspΜισό αιώνα μοιραίος άνθρωπος
Επιμέλεια: Γιάννης Φιλέρης
Δημοσίευση: 16 Ιουλίου 2009 14:47
Όποιος έχει διαβάσει το βιβλίο του 'Αλεξ Μπέλος "Futebol" ξέρει καλά την ιστορία. Σαν σήμερα, πριν από 59 χρόνια, γράφτηκε μια ιδιαίτερη σελίδα στο βιβλίο του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Η Βραζιλία έχασε μέσα στο Μαρακανά από την Ουρουγουάη με 2-1, η "σελέστε" αναδείχθηκε παγκόσμια πρωταθλήτρια και ένα έθνος (το βραζιλιάνικο) βυθίστηκε στο πένθος.
Στις 16 Ιουλίου του 1950, στις 4.33 ακριβώς, ο Άλσιδες Εντγκάρντο Τζίγκια έκοψε την ανάσα 200.000 ανθρώπων. Το δεύτερο γκολ του Ουρουγουανού (και αργότερα ...Ιταλού) αριστερού εξτρέμ, υπέγραψε και τη θανατική καταδίκη του Μοασίρ Μπαρμπόζα Νασιμέντο. Του τερματοφύλακα της "σελεσάο", που μπορεί να άφησε την τελευταία του πνοή στις 8 Απριλίου του 2000, ουσιαστικά όμως οι Βραζιλιάνοι τον ...ξέγραψαν πενήντα χρόνια πριν.
"Όλοι οι λαοί έχουν μια μεγάλη καταστροφή στην ιστορία τους, κάτι σαν τη Χιροσίμα. Η δική μας Χιροσίμα, είναι η ήττα από την Ουρουγουάη το 1950" έχει πει ο μεγάλος Βραζιλιάνος συγγραφέας Νέλσον Ροντρίγκεζ, θέλοντας να αναδείξει το μέγεθος του σοκ, για μια χώρα που έζησε και θα ζει για τη μπάλα.
Αλλά κι ο 83χρονος, πλέον, Τζίγκια που κάθε χρόνο, τέτοια μέρα έχει την τιμητική του είχε πει σε μια από τις αμέτρητες συνεντεύξεις του: "Τρεις άνθρωποι έκαναν το Μαρακανά να σωπάσει με μια κίνηση. Ο Φρανκ Σινάτρα, ο πάπας Ιωάννης Παύλος κι εγώ..."Από την ευφορία στο δράμα
Δεν έχει άδικο. Μπορεί η Βραζιλία να έχει πάρει πέντε παγκόσμια Κύπελλα, όσα καμιά άλλη χώρα του κόσμου, η ήττα όμως μέσα στο Μαρακανά από την Ουρουγουάη, ακόμη και σήμερα, δεν έχει ... σβηστεί από τη μνήμη παλιών και νέων. Ίσως γιατί εκείνο το Μουντιάλ, με το περίεργο σύστημα (όλοι εναντίον όλων, χωρίς νοκ-άουτ αγώνες) ήταν το μοναδικό που είχε γίνει σε βραζιλιάνικο έδαφος. Και χάθηκε...
Οι Βραζιλιάνοι είχαν δώσει μεγάλη σημασία στο γεγονός. Κατασκεύασαν με υπερπροσπάθεια το "Μαρακανά", που χαρακτηρίστηκε "το πιο μοντέρνο και μεγάλο γήπεδο του κόσμου", οι εργασίες του οποίου ξεκίνησαν το 1948, απασχόλησαν 10.000 εργάτες και είχε επίσημη χωρητικότητα 183.000 θεατές!
Το Ρίο έζησε στιγμές έκστασης, αμέσως μετά το εντυπωσιακό 6-1, επί της Ισπανίας. Μετά το τρίτο γκολ, οι φίλαθλοι στις εξέδρες άρχισαν να φωνάζουν "adios", και "ολε" τραγουδούσαν, χόρευαν και όλοι ήταν, πλέον, σίγουροι για την κατάκτηση του "Ζιλ Ριμέ". Οι μελωδίες της εξέδρας σε αυτό το παιχνίδι έχουν χαρακτηριστεί σαν οι ωραιότερες χορωδιακές, που ακούστηκαν ποτέ στην Βραζιλία. Είχαν, ήδη, ξεχάσει το 2-2 απέναντι στην Ελβετία, σκορ που θεωρήθηκε...σαν ταπεινωτική αποτυχία.
Οι Ισπανοί, μαζί με τη Σουηδία, την Ουρουγουάη και τη Βραζιλία, είχαν προκριθεί σαν νικητές των ομίλων. Τους Σουηδούς, η "σελεσάο" είχε φιλοδωρήσει με ...εφτάρα (7-1). Κανείς δεν αμφέβαλε για τη νίκη της Βραζιλίας επί της Ουρουγουάης.
Είμαστε πια πρωταθλητές
Ο Μπέλος γράφει στο βιβλίο του: "Την Κυριακή 15 Ιουλίου, η εφημερίδα του Σάο Πάουλο Gazzetta Esportiva κυκλοφορεί με τίτλο: "Αύριο θα νικήσουμε την Ουρουγουάη. Μετά τις εντυπωσιακές νίκες επί Σουηδίας και Ισπανίας, η Βραζιλία είχε κερδίσει την γενική αναγνώριση. Έπαιζε συναρπαστικό και ευχάριστο ποδόσφαιρο, εντυπωσιάζοντας τους δημοσιογράφους. Όπως τον απεσταλμένο της ιταλικής Gazzeta Dello Sport που παρομοίαζε τον Ζιζίνιο με τον Λεονάρντο Ντα Βίντσι "δημιουργώντας έργα τέχνης με τα πόδια του στον καμβά του Μαρακανά".
Και στα χαρτιά, πάντως, η Βραζιλία ήταν φαβορί. Μπορεί η Ουρουγουάη να είχε νικήσει 8-0 τη Βολιβία στον πρώτο γύρο, δυσκολεύτηκε πολύ στη δεύτερη φάση. Μια ισοπαλία με την Ισπανία (2-2) και μια δύσκολη νίκη με 3-2 κόντρα στη Σουηδία (με τα δυο γκολ να μπαίνουν στα τελευταία 14 λεπτά) ήταν τα αποτελέσματά της"
Ξημέρωσε Δευτέρα, 16 Ιουλίου. Επίσημα τον τελικό παρακολούθησαν 173.850 θεατές, που έκοψαν εισιτήριο. Μαζί με δημοσιογράφους, επίσημους, προσκεκλημένους και...τσαμπατζήδες, ήταν σχεδόν 200.000. Η εφημερίδα του Ρίο O Mundo, βγήκε με αφίσα της Εθνικής Βραζιλίας και τίτλο "Αυτοί είναι οι παγκόσμιοι Πρωταθλητές".
Την ευφορία έκανε ακόμη μγαλύτερη ο δήμαρχος της πόλης, Άντζελο Μέντες ντε Μοράες που σε μια αποστροφή του λόγο του, πριν από τη σέντρα ...απεφάνθη: "Εσείς παίκτες, που σε λιγες ώρες θα σας αποκαλούν πρωταθλητές, εκατομμύρια συμπατριώτες. Εσείς που δεν έχετε αντίπαλο. Εσείς που θα ξεπεράσετε κάθε εμπόδιο. Εσείς, που ήδη σας χαιρετώ σαν νικητές"!
Όλο το έθνος ζούσε στους ρυθμούς του τελικού και της νικης. Οι παίκτες θυμούνται, ακόμη, ότι είχαν περάσει ολόκληρο το πρωινό, χαιρετώντας επίσημους, παρατρεχάμενους και μη που ήθελαν να σφίξουν το χέρι των σίγουρων παγκόσμιων πρωταθλητών.
Η πίεση ήταν τεράστια. Η Ουρουγουάη, που είχε κατακτήσει το Μουντιάλ του 1930, έπαιζε κόντρα σε θεούς και δαίμονες. Αργότερα, ο Χούλιο Πίρες αποκάλυψε ότι στην ανάκρουση του Εθνικού Ύμνου της πατρίδας του, τα έκανε πάνω του. "Δεν ντρέπομαι" σχολίασε.
Ο κάπτεν Βαρέλα και ο Τζίγκια
Μέσα στο γήπεδο, όμως, οι Ουρουγουανοί ήταν παλικάρια. Ο Ομπντούλιο Βαρέλα, ο 33χρονος αρχηγός της ομάδας, τους ενέπνεε όλους. Ο λόγος που έβγαλε στα αποδυτήρια, πριν ξεκινήσει ο τελικός, ήταν μνημειώδης: "Αν παίξουμε αμυντικά εναντίον της Βραζιλίας η μοίρα μας θα είναι ανάλογη με εκείνη της Ισπανίας και της Σουηδίας. Παιδιά, τα αουτσάιντερ δεν παίζουν. Ας αρχίσει το σόου"
Το πρώτο ημίχρονο δεν είχε γκολ. Με το που ξεκίνησε η επανάληψη, ο Φριάχα έγινε ο μοναδικός Βραζιλιάνος που έκανε πραγματικότητα την ποδοσφαιρική ονείρωξη κάθε παίκτη που έχει φορέσει τη φανέλα της σελεσάο. Να σκοράρει μέσα στο Μαρακανά σε τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου.
Το δράμα δεν είχε αρχίσει ακόμη. Η προειδοποιητική βολή των Ουρουγουανών ήρθε στο 66. "Ο Τζίγκια πήρε από τον Βαρέλα, ντρίπλαρε τον Μπιγκόντε και σέντραρε. Ο Σκιαφίνο ισοφάριζε σε 1-1. Έντεκα λεπτά πριν από το τέλος ο Τζίγκια έβαζε την ταφόπλακα. Ο Μπέλος γράφει: "Ο Τζίγκια ντρίπλαρε και πάλι τον Μπιγκόντε. Αντί για σέντρα, όμως, προχώρησε. Η γωνία ήταν ανοιχτή. Ο Μπαρμπόζα έπεσε, αλλά ήταν αργά.
"Γκοοολ για την Ουρουγουά" είπε ο σπίκερ του Ράντιο Γκλόμπο, Λουίζ Μέντες. "Γκολ για την Ουρουγουάη;" αναρωτήθηκε μπας και είχε κάνει λάθος. "Γκολ για την Ουρουγουάη!" επανέλαβε έξι φορές, με διαφορετικό τόνο κάθε φορά, για να περιγράψει την έκπληξη, το σοκ και την απογοήτευση.
Το Μαρακανά θύμιζε ...τάφο. Αυτό το γκολ, ένα απλό γκολ, χώρισε τη ζωή των Βραζιλιάνων στα δυο. Πριν και μετά απ' αυτό. Στην Ουρουγουάη, όπως έγραψαν οι εφημερίδες, τρεις φίλαθλοι έχασαν τη ζωή τους από την ανείπωτη χαρά τους και στο Ρίο ένας 58χρονος κατέρρευσε στο σπίτι του". Για πολλές μέρες στους δρόμους του Ρίο επικρατούσε μια παράξενη σιωπή. Λες και κανείς δεν ήθελε να μιλήσει πλέον. Λες και είχαν επιζήσει από μια απρόσμενη όσο και τραγική καταστροφή.
Επεισόδια δεν σημειώθηκαν. Απλά κάποιος ...γκρέμισε την προτομή του λαλίστατου δημάρχου Μέντεζ, που είχε χαιρετήσει τους παίκτες σαν σίγουρους νικητές.
Τιμωρημένος για μισό αιώνα
Κάπου εκεί αρχίζει και το ατέλειωτο δράμα του Μπαρμπόζα. Κράτησε μισό αιώνα. Στο φιλμάκι του τελικού, η κάμερα τον συλλαμβάνει μετά το σουτ του Τζίγκια, να σηκώνεται απογοητευμένος. Σε μια έξαρση υπερβολής, ο Ρομπέρρτο Μουγιαλέτ, βιογράφος του Μπαρμπόζα, σημείωσε ότι το φιλμ, θυμίζει τη δολοφονία του Κένεντι. "Ιδιο δράμα, ίδια κίνηση, ίδιος ρυθμός, σε μια εντελώς αναπάντεχη τραγωδία". Το όπλο στην προκειμένη περίπτωση είναι το αριστερό πόδι του Τζίγκια.
Ο Μοασίρ Μπαρμπόζα γεννήθηκε στις 27 Μαρτίου του 1921 (άρα στον τελικό ήταν 29 ετών) και πριν από το Μουντιάλ είχε πάρει αρκετούς τίτλους με τη Βασκο Ντα Γκάμα, ανάμεσά τους και το Κύπελλο Πρωταθλητριών νοτίου Αμερικής, το τωρινό Κόπα Λιμπερταδόρες. Ένα χρόνο πριν από το Μουντιάλ είχε κατακτήσει με την Εθνική Βραζιλίας το Copa America, μετά το εντυπωσιακό 7-0 επί της Παραγουάης. Ο Μπαρμπόζα είχε θεωρηθεί (όχι άδικα) ένας από τους κορυφαίους τερματοφύλακες του κόσμου.
Ο μοιραίος τελικός όμως ουσιαστικά τον "σκότωσε". Μέχρι το τέλος της ζωής του, προσπαθούσε να δώσει εξηγήσεις. Λίγο πριν πεθάνει εξομολογήθηκε σε μια συνέντευξη του: "Η μεγαλύτερη ποινή στην Βραζιλία είναι 30 χρόνια στη φυλακή. Εγω τιμωρήθηκα για κάτι, που δεν είμαι καν υπεύθυνος, για 50 χρόνια". Αν και συνέχιζε να παίζει ποδόσφαιρο μετά το Μουντιάλ του 1950 η ζωή του έμοιαζε με μαρτύριο, μέχρι που το 2.000 πέθανε από καρδιακή ανακοπή.
Στο ίδιο ντοκιμαντέρ, είχε αποκαλύψει ότι η χειρότερη στιγμή δεν ήταν το γκολ του Τζίγκια, αλλά η φράση μιας γυναίκας , σε ένα σουπερ-μάρκετ το 1970, όταν δείχνοντάς τον είπε στον γιό της: "Κοίταξέ τον. Είναι ο άνθρωπος που έκανε όλη τη Βραζιλία να κλαίει"Γκαντέμης και ...μαύρος
Το 1993 πήγε να επισκεφθεί το προπονητικό κέντρο της Εθνικής Βραζιλίας που προετοιμαζόταν για το Μουντιάλ του 1994. Ο φίλος του, αλλά υπερβολικά προληπτικός, Μάριο Ζάγκαλο δεν τον άφησε να μπει στο προπονητήριο για να μη ...γκαντεμιάσει την ομάδα.Εκτός των άλλων ήταν και...μαύρος. Το χρώμα του (όπως και των άλλων δυο παικτών της σελεσάο του 1950) έπαιξε ρόλο στο να γίνει αποδιοπομπαίος τράγος κι είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι να εμφανιστεί ο Ντίντα, η Εθνική Βραζιλίας δεν εμπιστευόταν μαύρους γκολκίπερ. Προτιμούσε κάτι περίεργους τύπους, όπως ο Βαλντίρ Περέζ (του 1982).
Έκαψε τα δοκάρια
Ο Μπαρμπόζα σταμάτησε να παίζει ποδόσφαιρο σε ηλικία 42 ετών, αλλά συνέχιζε να εργάζεται σαν υπάλληλος στο Μαρακανά, για δυο δεκαετίες. Όταν πήρε σύνταξη μετακόμισε στο Σάο Πάουλο και το 1997 έχασε τη σύζυγό του Κλοντίτ, που πέθανε από καρκίνο σε ηλικία μόλις 50 ετών. Η οικονομική του κατάσταση ήταν πολύ άσχημη και χρειάστηκε η μεσολάβηση της πρώην ομάδας του, Βάσκο Ντα Γκάμα, που αποφάσισε να του χορηγεί 800 ευρώ ετησίως, ώστε να μπορεί να νοικιάζει, τουλάχιστον, το δικό του διαμέρισμα.
Το 1963 του παραχωρήθηκαν τα "καταραμένα" γκολπόστ του Μαρακανά. Ο θρύλος λέει ότι τα έκαψε σε ένα πάρτι που οργάνωσε για να ξορκίσει τους δαίμονες.
Ζούσε μόνος του, αφού δεν έκανε παιδιά και δεν είχε επαφές με τους ελάχιστους συγγενείς του. Μετά το θάνατο της γυναίκας του, τον φρόντιζε μια φίλη του, η Τερέζα Μπόρμπα η οποία αποκάλυψε: "Μια φορά έσκυψε στον ώμο μου και έκλαιγε. Μέχρι το τέλος συνήθιζε να λέει. Δεν είμαι ένοχος. Ήμασταν 11..."