Πέρα από τη γλαφυρή (και με μπόλικη σάλτσα) διήγηση τού βρωμοσκώληκα
που ούτε αυτός, ούτε οι παρεούλες του θα μας λείψουν
θα ήθελα να συμπληρώσω
και δίχως ίχνος υπερβολής ότι
μέχρι τα μέσα και βάλε τής δεκαετίας τού '90
νιώθαμε εξαιρετικά άνετα στο συνοικιακό γηπεδάκι
όπου στα μεταξύ μας παιχνίδια πηγαίναμε all'arabia και στο χαλαρό
και συνήθως δείχναμε τη μαζικότητά μας μέσα στην κερκίδα
και κατά την επιστροφή μας προς την Τούμπα, το κέντρο και δυτικά.
Θέλω να πω ότι πηγαίναμε όπως και όποτε θέλαμε
θυμάμαι τον εαυτό μου να πηγαίνω μεμονωμένα
να δίνω ραντεβού οπουδήποτε και όσο κοντά ήθελα στο κοτέτσι
δεν με πείραζε κανείς, δεν με ενόχλησε ποτέ κανείς
κατά βάση ΠΑΟΚτσάκια έβλεπες στη διαδρομή.
Κατά τη γνώμη μου η φάση άρχισε να μπασταρδεύει από το ξεκίνημα τής ελεύθερης ραδιοφωνίας
όταν απέκτησε δικαίωμα στην έκφραση ο κάθε πικραμένος
και στο τέλος της δεκαετίας του '90 που οριστικοποιήθηκαν οι παπαριές και οι νεκρές ζώνες
(όχι ότι ο ΠΑΟΚτσής είχε ιδιαίτερο πρόβλημα από οδηγίες και κατευθύνσεις)
πάντως, μέχρι τότε και παραδοσιακά και για αλλεπάλληλες χρονιές
εγώ έτσι είχα μάθει, να είμαστε η πλειοψηφία σε εκείνο το γαμωγήπεδο
να έχεις απέναντί σου κάτι λιγοστούς φουκαράδες που παραδοσιακά την άκουγαν μέσα στη χλιαρή έδρα τους
που ένιωθαν τον ασπρόμαυρο παλμό σε όλο το απέναντι πέταλο,
σχεδόν όλη την κερκίδα της Παπαναστασίου και το μισό σκέπαστρο,
να προσκυνούμε πριν το ματς στη σέντρα τού αγωνιστικού χώρου τα λάβαρά μας,
να πανηγυρίζουμε τις γκολάρες τού Αποστολίδη, τού Ορφανού, τού Κωστίκου, τού Μπανιώτη, τού Χασάν, τού Μπότσιεκ
λες και παίζαμε στη φυσική μας έδρα, απέναντι σε πουθενάδες που
ακόμα κι αν μας δυσκόλευαν κάποια χρόνια στο χόρτο
στην κερκίδα ήταν μια ζωή στη φάπα, τη βούβα,
και στο γυρισμό, πίσω από καμιά κουρτίνα σε διαμερίσματα χαμηλών ορόφων.

Κοντολογής, τι να μας πει τώρα και ο σκώληκας στο φουμπου,
με το καλό να πάνε στο διάολο και αν γίνεται ας μη γυρίσουν ποτέ,
κανείς δεν θα τους πεθυμήσει και σύντομα όλως διόλου θα ξεχαστούν.