Να πάω ή να μην πάω; Τελευταία στιγμή η μπίλια πέφτει στο "να πάω". Μπαίνεις μέσα στην 4, βλέπεις τόσο αραιά τα πράγματα που λες να τραβηχτείς προς 4Α να είμαστε όλοι μαζί. Λιγότερος κόσμος, μπορεί να γίνει και καμία ανέλπιστα καλή κερκίδα από το πουθενά.
Μέχρι το ημίωρο, έχεις απολαύσει πίσω σου διάφορα μικρά παιδάκια που φωνάζουν "Σάλπι-γγίδης ΟΕ ΟΕ ΟΕ" και βλέπεις τους μπροστά σου δύο τύπους να παίζουν τα κομπολόγια τους συζητώντας για τους κολλημένους συνδεσμίτες και για το κακό που κάνουν. Πηγαίνεις στην άλλη άκρη της 4, δίπλα στα "επίσημα", από τη μία γιατί την βλέπεις και συ χαλαρά τη φάση, από την άλλη για να μην συνεχίζεις να αντικρύζεις αυτό το πράγμα όπου μέσα μεγάλωσες, σε άλλες εποχές και με άλλους κανόνες, να βρίσκεται σε τέτοια αποσύνθεση. Μόλις κάθεσαι κάπου απόμερα να απολαύσεις το "ποδοσφαιρικό θέαμα", αρχίζουν να φτάνουν στα αυτιά σου οι εκκωφαντικές κραυγές μίας παρέας σαραντοπενηντάρηδων, που έχοντας κατέβει από κάποιο ορεινό χωριό, παριστάνει τον προπονητή "ΡΕ ΔΩΝ' ΒΓΑΛΕ ΤΟΥ ΓΕΡΟΥ-ΛΙΝΟΥ ΔΕ ΜΠΟΡΕΙ ΤΟ ΠΑΛΛΗΚΑΡ'!" και "ΑΪΝΤΕ ΒΡΙ ΜΠΕΡΚΗ ΛΟΥΟΡΕΝΣ ΣΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΔΟΥΚΑΡ". Η πανδαισία ολοκληρώνεται όταν μεταδίδουν τα αποτελέσματα από το hands free τους στην υπόλοιπη θύρα που τους ανέχεται καρτερικά.
Ουφ, το ημίχρονο. Πέρα από το απόν ποδόσφαιρο, λες ότι θα ησυχάσουν και όλοι αυτοί. Όντως βουλώνουν το στόμα τους με κάτι χούφτες σπόρια και ηρεμείς και συ λίγο. Πας να το δεις πιο δημοκρατικά. Στην τελική, κι εσύ όπως και οι ορεσίβιοι καλωδιωμένοι προπονητές, όπως και τα παιδάκια με τα συνθήματά τους, όπως και οι δύο φίλοι με το κομπολόι, έχετε πληρώσει το ίδιο δεκάευρο. Και, μάγκα μου, καλώς ή κακώς, αυτή τη στιγμή αντιλαμβάνεσαι εκεί μέσα τον εαυτό σου ως μία τραγική μειοψηφία. Σκέφτεσαι ότι για αυτούς ίσως εσύ είσαι το ίδιο ανυπόφορος και θα χαρακτηριστείς μίζερος, γκρινιάρης, κολλημένος, εκτός πραγματικότητας....
Τα μεγάφωνα με πληροφορούν ότι το γήπεδο της Τούμπας παρακολουθείται από κάμερες για αντιμετώπιση "φαινομένων βίας", την ώρα που οι γονείς αγοράζουν στα χαρούμενα παιδάκια τους ποπ κορν και κόκα κόλα. Οι ελάχιστοι εναπομείναντες στην 4 το ακούνε αδιάφοροι λες και ανακοινώνεται πως έχουμε 22 βαθμούς Κελσίου. Κοιτάω πάνω, προς τις σουίτες. Οι καπελαδούρες της αστυνομίας απολαμβάνουν το ηλιόλουστο απόγευμα, σαν Ιούλιοι Καίσαρες με ματογυάλια. Το πανί απέναντι "ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΟΥΣ ΑΔΙΚΑ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΥΣ ΟΠΑΔΟΥΣ ΤΟΥ ΠΑΟΚ" μου φαίνεται σαν τραγική ειρωνεία. Το ίδιο και το άλλο στα ισπανικά. Σαν τελευταίες φαλτσαδούρες ενός Π.Α.Ο.Κ που αργοπεθαίνει στη μνήμη όλων όσων τον πρόλαβαν, και εγκαταλείπουν ένας-ένας αυτά τα ιερά τσιμέντα γεμάτοι απογοήτευση, ίσως και αηδία. Για τους περισσότερους, αυτό δεν έχει καμία μα καμία σημασία. Δεν είναι τα λεφτά το πρόβλημα. Είναι η ακόρεστη επιθυμία μεγάλων μαζών να νιώσουν συμμέτοχες σε ένα πάρτι όπου θα έχουν το ρόλο του ισχυρού. Το ποιοί θα ανέβουν στο καράβι δεν έχει πλέον καμία σημασία, άλλωστε οι ίδιες υποχωρήσεις έγιναν όταν δεν έπαιζαν τα ρούβλια: τι σημασία έχει το όνομα; Γκαγκάτσης; Καϊλή; Ζαγοράκης; Σαλπιγγίδης; Έχουμε πλέον μία μεγάλη αγκαλιά για όλους. Η θέση του οπαδού είναι σαφώς οριοθετημένη: Ο οπαδός πρέπει να χειροκροτάει, όχι να μας κάνει υποδείξεις. Η θέση του ποδοσφαιριστή επίσης: Πρέπει να παίζει ποδόσφαιρο, όχι να μας το παίζει επαναστάτης. Να ξαναπάω ή να μην ξαναπάω;