17/5/2003: Σήκωσέ το, το γαμημένο ! 
Δύο χρόνια μετά την επιτυχία του 2001, στην Αθήνα εναντίον του γάβρου,
ο ΠΑΟΚ επανέλαβε την ίδια επιτυχή διαδρομή συμπληρώνοντας καρέ κατακτήσεων κυπέλλου Ελλάδας.
Ο Ντούσαν Μπάγιεβιτς αποτελούσε παρελθόν για το σύλλογο,
το ίδιο και αρκετοί από τους θριαμβευτές της Νέας Φιλαδέλφειας
- με τη βασανιστική μέθοδο των... υπερήφανων πωλήσεων-
και η ομάδα υπό την καθοδήγηση τού Άγγελου Αναστασιάδη
(τρίτη θητεία του, ως προπονητής, στο σύλλογο)
πραγματοποιούσε μια
συνηθισμένη πορεία στο πρωτάθλημα
που κατέληγε στην τέταρτη θέση του βαθμολογικού πίνακα.
Τα ωραία τα πετύχαινε στο θεσμό τού κυπέλλου,
έστω και διστακτικά στην αρχή,
όπου απέκλειε περιπετειωδώς και σε διπλούς αγώνες
το Λεωνίδιο με ένα γκολ τού Καφέ (0-1 & 0-0)
τον Ολυμπιακό Βόλου με γκολ των Σαλπιγγίδη, Φρούσου (2-0 & 0-0)
και τον ΟΦΗ με το εκτός έδρας γκολ του "κοντού" (0-0 & 1-1).
Από τα προημιτελικά, ο ΠΑΟΚ πήρε αγωνιστική φόρα
και πέταξε έξω τον πρωταθλητή γαύρο με 2 νίκες: 3-1 στην Τούμπα, με μονότερμα (γκολ των Γεωργιάδη, Μάρκου, Οκκά)
και εγκληματική διαιτησία από τον Τσαγκαράκη,
αλλά και 2-1 στη Ριζούπολη (Γεωργιάδης, Οκκάς).
Φθάνοντας στους «4» του θεσμού,
η κληρωτίδα εξακολούθησε να παιδεύει το Δικέφαλο και
μέσα από τους εναπομείναντες αντιπάλους Αεκ, Αιγάλεω και ρούλη
επιλέγει την ισχυρότερη, προπονητής της οποίας, (οποία ειρωνεία!) ο... Dusan B.
Τις παραμονές του πρώτου αγώνα,
και ενώ ο πρόεδρος-νυχτερίδα έχει μετατραπεί σε άσπρο (εξαφανιζόλ) σίφουνα
σκάει μαζικό κύμα προσφυγών από τους απλήρωτους ποδοσφαιριστές της ομάδας,
κάτι σαν repeat του προ διετίας σκηνικού: Το μακρύ χορό σέρνουν οι Κούτσης, Καραδήμος, Σπάσιτς, Τοχούρογλου, Πουρλιοτόπουλος, Φρούσος
και μόλις λίγες ώρες πριν το παιχνίδι (κακό timing) εμφανίζονται οι εντολές των Φουτσίνι και Οκκά.
Για κάποιον ανεξήγητο ΠΑΟΚτσήδικο λόγο,
η ομάδα παρουσιάζεται μοναδικά συσπειρωμένη και
παίρνει νέο, μεγάλο διπλό στη Ν.Φιλαδέλφεια
που προεξοφλεί την πρόκριση (Γιασεμάκης)
αλλά θα πρέπει να περιμένει 2 εβδομάδες
έως ότου σφραγίσει το εισιτήριό της για τον τελικό, στη ρεβάνς της Τούμπας.Την ίδια μέρα, σε κάποιο γήπεδο συνοικιακής ομάδας της Θεσσαλονίκης
οι θεατές εισβάλλουν στον αγωνιστικό χώρο
πανηγυρίζοντας την πρόκριση σε τελικό κυπέλλου Ελλάδας,
εις βάρος του Αιγάλεω,
με δύο ισοπαλίες, και το όνειρο για τίτλο, μετά από 33 χρόνια ξηρασίας, φαντάζει όλο και πιο ρεαλιστικό.
Την αισιοδοξία τους ενισχύει το γεγονός ότι
έχει ήδη προαποφασιστεί πως ο τελικός θα διεξαχθεί στην Τούμπα
εφ' όσον σε αυτόν συμμετέχει ομάδα από τη Θεσσαλονίκη. Εκ πρώτης, θα γούσταραν να έχουν αντίπαλο την Αεκ αλλά
ακόμα και ο ΠΑΟΚ, μέσα στην αδυσώπητη φυσική του έδρα,
δεν θα τους χαλούσε, μπροστά στη δίψα τους για τίτλο.
Στις 7 Μαΐου 2003 διεξάγεται ο επαναληπτικός ημιτελικός ΠΑΟΚ-Αεκ
μπροστά σε 12.000 θεατές (κάντε μια σύγκριση με ο, τι συμβαίνει τώρα)
ο ΠΑΟΚ ξεκινά φουριόζος για να τελειώνει με την υπόθεση «πρόκριση» αλλά,
είναι η αεκ που προηγείται στο δεκάλεπτο
και στην Τούμπα αρχίζουν να μας ζώνουν τα φίδια.
Ο ΠΑΟΚ, που συνεχίζει επιθετικά,
πέφτει πάνω σε έναν εντελώς ξεκωλουά Χιώτη ενώ
οι αθηναίοι σε μια αντεπίθεση τού Ίλια Ι. (αδελφού του Βλάνταν Ι.)
παρά λίγο να μας στείλουν αδιάβαστους σε τόπους ποδοσφαιρικής αναπαύσεως.
Τη λύτρωση δίνει το παλιόπαιδο εκείνης της εποχής
(λόγω των οικονομικών του απαιτήσεων)
ο τσίπριος Γιαννάκης Οκκάς που αφού άκουσε τα σχολιανά του από την κερκίδα,
ισοφάρισε με κεφαλιά μόλις 3' πριν η μονομαχία οδηγηθεί σε παράταση.
Τώρα, τα φίδια άρχισαν να ζώνουν τους μικρούς μας, άτιτλους γειτόνους
που συνειδητοποιώντας τι επρόκειτο να συμβεί στον τελικό
ξεκίνησαν από την επόμενη κιόλας ημέρα
τις όπως-τους-βόλευε ερμηνείες τού ΚΑΠ
ζητώντας νταηλίκι την αλλαγή έδρας του τελικού αγώνα.Με το Καυταντζόγλειο παροπλισμένο λόγω ολυμπιακών έργων
και υπό το φάσμα του οπαδικού ντεζαβαντάζ σε ένα τόσο κρίσιμο παιχνίδι,
οι χαμερπείς αντιπρότειναν τα γηπεδάκια
της Καλαμαριάς (!), της Πολίχνης (!!) ή ακόμα και το δικό τους κοτέτσι (!!!),
προκειμένου να εξασφαλιστεί η απαραίτητη ισονομία.
Όχι, να τους αποσταλεί το κύπελλο με courier, δεν απαίτησαν.Φυσικά,
όπως κανείς δεν τους υπολογίζει αλλά και όπως ο κανονισμός (που και οι ίδιοι υπέγραψαν στην έναρξη της ποδοσφαιρικής περιόδου) όριζε
ο τελικός κυπέλλου εκείνης της περιόδου θα διεξαγόταν στην Τούμπα.
Ο ΠΑΟΚ παρακολουθούσε διακριτικά την υπόθεση αλλά δε χρειάστηκε να παρέμβει.
Ούτε έναν, ούτε δυο.
Δώδεκα τελικούς κυπέλλου στο λεκανοπέδιο,
εναντίον των τριών δυναστών του ΠΟΚ, είχε δώσει στην ιστορία του
και μέχρι εκείνη τη χρονιά ο ΠΑΟΚ,
ξεσπιτωνόταν δίνοντας αγώνες ξεκάθαρα εκτός έδρας,
κάποιες φορές κυριολεκτικά στο γήπεδο του αντιπάλου,
διεκδικώντας τίτλους με αίμα
και εξαργυρώνοντας τις εκεί εμφανίσεις του με αίμα σφαγών.Μʼ αυτά και μʼ αυτά,
η κλάψα των σκουληκιών έπεσε
στο κενό της ίδιας τους της ύπαρξης, φυσιογνωμίας και παράδοσης
και θα έπρεπε να βρουν τον αγωνιστικό τρόπο και τα guts
να διεκδικήσουν το κύπελλο
που θα πλαισίωνε στη διθέσια τροπαιοθήκη τους,
το μοναδικό κύπελλο της μάταιης σταδιοδρομίας τους αλλά
και το ιστορικό πρωτάθλημα της Σεγκούντα Διβιζιόν του 1998.Πάντως,
ένα θεϊκό σημάδι, μία εύνοια της Τύχης
θα ενίσχυε την αισιοδοξία τους:
Οι κάτοικοι του υπεδάφους θα είχαν το μέγιστο προνόμιο
να αγωνιστούν στην Τούμπα, ως "γηπεδούχοι",
καθώς έτσι όρισε η σχετική κλήρωση,
κερδίζοντας πολλά μέτρα (μη σου πω και χιλιόμετρα) στον ψυχολογικό τομέα.
Για τον ΠΑΟΚ,
που είχε αποκλείσει τους δύο βασικότερους αντιπάλους του, Αεκ και ολυμπιακό,
τα πράγματα φαίνονταν κατά πολύ απλούστερα
με αντίπαλο μία ανυπόληπτη ομαδούλα
που λίγα χρόνια πριν είχε προαχθεί από την κατώτερη εθνική κατηγορία
και προσπαθούσε ακόμα να βρει τα πατήματά της στα σαλόνια της Α' Εθνικής.
Ηταν όμως αυτή η δυσβάσταχτη οικονομική στενότητα,
η διοικητική ανυπαρξία και ασυνέπεια έναντι των ποδοσφαιριστών,
που σε συνδυασμό με την ιδιομορφία του θεσμού
και το στοιχείο της έκπληξης να ελλοχεύει
που ώθησε τον Αναστασιάδη να ανοίξει τις πόρτες στις τελευταίες προπονήσεις πριν το παιχνίδι ώστε
η λεκτική ντόπα να πέσει σύννεφο
και οι τελευταίοι αμφίβολοι να πειστούν για τη σπουδαιότητα του πράγματος.
Τα εισιτήρια του αγώνα, μοιράστηκαν ακριβοδίκαια από τη διοργανώτρια.
Τώρα, πώς έγινε και τη βραδιά του τελικού
η Τούμπα να είναι κατά τα δύο τρίτα ασπρόμαυρη και γιορτινή
αυτό βάλτε το μυαλό ενός εξάχρονου να το αναλογιστεί.


Φαντάσου, τώρα,
το Χιου Χέφνερ να ζητά το φτωχικό σου,
ως χώρο τέλεσης κάποιου από τα θρυλικά του πάρτι με τα δίποδα κουνελάκια, από το Playboy!
Όπως και να χει δεν θα έβρισκες την άκρη να βολέψεις
όλα σου τα φιλαράκια,
ακόμα και αν δημιουργείτο το αδιαχώρητο,
ακόμα και αν οι προσκλήσεις ήταν περιορισμένες
και οι γορίλες στην πόρτα, αμείλικτοι;
Σπίτι σου θα γινόταν το event, o τρόπος θα βρισκόταν.
Ο λαός του ΠΑΟΚ κατέκλυσε με κάθε τρόπο,
με ή χωρίς εισιτήριο,
κάθε γωνιά των θυρών του σκέπαστρου και της εμβληματικής Θύρας 4,
ενώ ολόκληρη η Θύρα 5 και ένα κομμάτι της «6» αποτέλεσαν ζώνη ασφαλείας
για τους τύποις γηπεδούχους
που περιορίστηκαν αραιά-αραιά στις υπόλοιπες θέσεις του Ναού
για να παρακολουθήσουν το νέο επεισόδιο του ισόβιου δράματός τους.


Το παιχνίδι καθεαυτό ήταν από τα χειρότερα
που μπορεί να παρακολουθήσει κάποιος ουδέτερος,
αλλά αυτό μικρή σημασία έχει ,
όταν μιλάμε για επικράτηση που εξαργυρώνεται με μαστραπά.

Όλα κρίθηκαν στο 25ʼ
από μια μπαλιά του
Δημήτρη Μάρκου στην πλάτη του εχθρού
και μια ανεπανάληπτη σακούλα διαρκείας
που έριξε ο
Γιώργος Γεωργιάδης στην αμυνα του ρούλη,
μετά υποδειγματικού πλασέ στον τερματοφύλακα Λαμπάκη
που ακόμα τρώει προσποιήσεις.
Ένα λεπτό πριν τη λήξη
κάποιος ερπετός σύρθηκε με προβολή στο χόρτο,
μπας και καταφέρει κάτι,
μήπως και στείλει το παιχνίδι στην παράταση
όμως είπαμε, «το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον»
και έτσι η καζούρα έγινε ακόμα ποιοτικότερη ,
με τα feuilles volantes που ανέφεραν «Δώστε στον άρη και δεύτερο δοκάρι»
να γεμίζουν τους δρόμους της χαρούμενης πόλης.
ΠΑΟΚ: (Άγγελος Αναστασιάδης)
Τοχούρογλου, Εγκωμίτης, Κουτσόπουλος, Αμπονσά (89ʼ Νάστος), Μάρκος, Κούτσης (70ʼ Χασιώτης), Γεωργιάδης, Κουκέλκα, Οκκάς, Καφές, Γιασουμή (74ʼΣπάσιτς)
Ένα απλό σύνθημα του αγνώστου ΠΑΟΚτσή στιχουργού,
φρέσκο και αυθόρμητο,
επινόηση της στιγμής όπως κάθε τι πετυχημένο,
κυριάρχησε όλο εκείνο το βράδυ,
αγαπήθηκε τόσο πολύ που δεν μπορώ να θυμηθώ
κάτι άλλο να ακούγεται μέχρι που
ο αρχηγός Παντελής Καφές σήκωσε το τρόπαιο στον ουρανό της Τούμπας.


Το
"σήκωσέ το, το γαμημένο, δε μπορώ να περιμένω" που κατακρίθηκε από όλους τους ουδέτερους μπαγλαμάδες
που θίχτηκαν βλέποντας το ματς από το γυαλί,
σε βαθμό που να το κατακρίνουν από τα Μέσα, οι γελοίοι,
την επομένη μέρα μετά το θρίαμβο.
Αυτοί οι ίδιοι,
δε σταμάτησαν ούτε στιγμή να το τραγουδούν
το επόμενο καλοκαίρι στα γήπεδα της Πορτογαλίας
κατά την προέλαση της Εθνικής ομάδας
και έως τη στιγμή που ο Θ. Ζαγοράκης σήκωνε το Euro 2004.
(Praktorinos)