PAOKWORLD: Connecting PAOK people

Π.Α.Ο.Κ. ΚΑΕ (Μπάσκετ) => Αγώνες => Σεζόν 2026-2027 => Topic started by: Δικέφαλος on Oct 14, 2026, 12:11 AM

Title: Lietkabelis - Π.Α.Ο.Κ. 95-86 | EuroCup Day 3 - 13/10/2026
Post by: Δικέφαλος on Oct 14, 2026, 12:11 AM
(https://www.paokworld.com/images/article_photos/2026/basketball/261013_lietkabelis-paok_2.png)
Λέγαμε ότι το ματς στη Λιθουανία θα ήταν το πρώτο ουσιαστικό τεστ, καθώς ο ΠΑΟΚ θα αντιμετώπιζε μια καλή ομάδα. Όχι τίποτα το σπουδαίο, αλλά μια ομάδα που θα μπορούσε να μας δείξει πού πραγματικά βρισκόμαστε.

Και ο ΠΑΟΚ του κόουτς Τρινκιέρι ηττήθηκε, θα έλεγα σχετικά εύκολα.

ΟΚ, οι Λιθουανοί ήταν εξαιρετικά εύστοχοι.
Παραδοσιακά, όμως, είναι εύστοχοι.
Και οι ψηλοί και οι κοντοί.
Το θέμα είναι πώς τους αναγκάζεις να αστοχήσουν.

Πρέπει να τους πιέσεις στα όρια του φάουλ. Στα όρια που επιτρέπει η διαιτησία.
Σήμερα, οι διαιτητές ήταν, θα έλεγα, σχετικά ανεκτικοί. Με 22 φάουλ εις βάρος του ΠΑΟΚ και 19 υπέρ του, καθώς και 10/13 βολές για τη λιθουανική ομάδα έναντι 15/20 για τον ΠΑΟΚ, δεν μπορείς να πεις ότι σφύριζαν το παραμικρό.

Άρα, τι έγινε;

Έγινε αυτό που συμβαίνει εδώ και καιρό. Από την αρχή της σεζόν, για την ακρίβεια.

Ο ΠΑΟΚ μπαίνει στο γήπεδο και ακολουθεί έναν ρυθμό του τύπου «όσα βάλω κι όσα φάω».
Run&Gun στην επίθεση και αδυναμία για γρήγορα πόδια στην άμυνα...

Και γράφω «ακολουθεί», γιατί φέτος δεν έχω δει τον ΠΑΟΚ να μπορεί να επιβάλει τον ρυθμό του σε ένα παιχνίδι. Για να μην πούμε, φυσικά, ότι δεν τον έχω δει να μπορεί να τον αλλάξει όταν χρειάζεται.

Μπορεί αυτή η προσέγγιση να αρκούσε μέχρι σήμερα για διάφορους λόγους: επειδή ήμασταν ιδιαίτερα εύστοχοι, επειδή ο αντίπαλος ήταν χαμηλότερου επιπέδου και πάει λέγοντας.

Ήταν, όμως, δεδομένο ότι όταν δεν παίζεις μπάσκετ ως ομάδα και βασίζεσαι διαρκώς στην ατομική ποιότητα, κάποια στιγμή θα βρεθεί η ομάδα που θα σε κερδίσει.

Γενικά, θα διαβάσετε για εξωφρενικά εύστοχους αντιπάλους, για τύχη και για άλλα τέτοια.
Τρίχες, λέω εγώ.

13/21 τρίποντα είχαν οι Λιθουανοί. 9/24 ο ΠΑΟΚ.

Τα στατιστικά δείχνουν ποσοστά ευστοχίας 62% και 38%, αντίστοιχα, και μια διαφορά 9 πόντων στο τελικό σκορ. Δεν είναι, όμως, τόσο απλό.

Ο αντίπαλος είχε πολλά ελεύθερα σουτ.
Είχε και κάποια κουφά, αλλά στα περισσότερα η μπάλα κυκλοφόρησε σωστά και έφτασε εκεί όπου είχε σχεδιαστεί να φτάσει. Στο σημείο όπου ο παίκτης μπορούσε να εκτελέσει με τις καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις.

Στην άλλη πλευρά, και ο ΠΑΟΚ είχε ελεύθερα σουτ, αλλά πολύ λιγότερα.
Συνήθως, οι εκτελέσεις μας γίνονταν υπό πίεση, με τον αντίπαλο πάνω στον σουτέρ.
Αλλά ακόμη κι όταν βρήκαμε ελεύθερα σουτ, αστοχήσαμε.

Ο Ταϊρί, για παράδειγμα, πήρε τρία ελεύθερα τρίποντα στο τελευταίο δίλεπτο και τα έχασε όλα.
Όταν ένας από τους καλύτερους σουτέρ σου δεν βάζει τα ελεύθερα σουτ, δεν μπορείς να λες ότι ο αντίπαλος ήταν απλώς κωλόφαρδος.
Εσύ δεν ήσουν αρκετά καλός.

Αν, πάλι, ο Ταϊρί είχε βάλει έστω ένα από αυτά, θα μιλούσαμε για διαφορετική εικόνα. Αν τα έβαζε και τα τρία, ο ΠΑΟΚ θα είχε 12/24 τρίποντα, δηλαδή 50%. Not bad...

Και αν συνυπολογίσουμε τα ελεύθερα σουτ του Καλάθη (3/8 τρ.) —για τον οποίο έχω την αίσθηση ότι ο αντίπαλος προτιμά να τον αφήνει να εκτελεί παρά να του δίνει χώρο για drive— τότε θα μπορούσαμε να μιλάμε για ακόμη καλύτερο ποσοστό ευστοχίας.

Το θέμα, όμως, δεν είναι τα «αν».
Το θέμα είναι το πώς διάβασε ο ΠΑΟΚ το παιχνίδι.

Αντιμετώπισε μια ομάδα που στα τελευταία δέκα παιχνίδια της είχε μέσο όρο περίπου 75 πόντους στην επίθεση. Και απέναντι σε εμάς έβαλε 20 παραπάνω!

Στο δεύτερο δεκάλεπτο μας κέρδισε με 27-18.
Μια διαφορά εννέα πόντων, δηλαδή, που τελικά ήταν και η διαφορά με την οποία επικράτησε συνολικά.
Μέσα σε μόλις δέκα λεπτά, όμως, μας έβαλε 27 πόντους.

Από την άλλη, ο ΠΑΟΚ είχε μέσο όρο περίπου 83 πόντους στα τελευταία δέκα παιχνίδια του.
Περίπου τόσους έβαλε και σήμερα.

Θεωρητικά, λοιπόν, με βάση αυτούς τους μέσους όρους, είχαμε ένα επιθετικό πλεονέκτημα οκτώ πόντων απέναντι στον αντίπαλο. Κι όμως, βρεθήκαμε να χάνουμε με εννέα, παρότι επιθετικά κινηθήκαμε κοντά στα συνηθισμένα μας επίπεδα.

Άρα, επιστρέφουμε στα ίδια: διάβασμα του αγώνα, έλεγχος του ρυθμού και άμυνα.

Ο ΠΑΟΚ αδυνατεί να αλλάξει τον ρυθμό ενός αγώνα.
Νομίζω ότι φέτος δεν υπάρχει παιχνίδι στο οποίο να έχουμε πραγματικά ελέγξει τον ρυθμό για σημαντικό διάστημα. Απλώς, σε ορισμένες περιπτώσεις έχουμε καλύτερες μονάδες και είμαστε πιο αποτελεσματικοί ατομικά.

Δεν έχω δει την ομάδα να ανεβάζει ή να κατεβάζει ρυθμό συνειδητά, ανάλογα με τις ανάγκες του αγώνα. Μπαίνουμε στο γήπεδο με τη νοοτροπία «όσα φάμε κι όσα βάλουμε» και πορευόμαστε έτσι.

Αν ο αντίπαλος αλλάξει ρυθμό, είτε τον ακολουθούμε είτε αδυνατούμε να αντιδράσουμε, κυρίως λόγω της αμυντικής μας λειτουργίας.

Γιατί υπήρξε ένα διάστημα, από το 20' έως το 24', κατά το οποίο παίξαμε λίγη άμυνα και καταφέραμε να καλύψουμε τη διαφορά. Όταν, όμως, ο ρυθμός άλλαξε ξανά, μείναμε πίσω. Αδυνατούσαμε να επιβάλουμε αυτό που υποτίθεται ότι είχαμε σχεδιάσει πριν από τον αγώνα.

Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα.

Συμπερασματικά, επιβεβαιώνεται αυτό που λέμε από την αρχή της σεζόν: έχουμε καλούτσικους παίκτες, οι οποίοι, όσο περνάει ο χρόνος, εξακολουθούν να αγωνίζονται ως μονάδες και όχι ως ομάδα.

Το ερώτημα που πρέπει να απαντήσει ο ΠΑΟΚ είναι αν αυτοί οι παίκτες μπορούν να λειτουργήσουν ως σύνολο.

Μπορεί το πρόβλημα να είναι η ποιότητα.
Μπορεί οι παίκτες να μην ταιριάζουν μεταξύ τους και να υπάρχει πρόβλημα στη σύνθεση και στην ισορροπία του ρόστερ.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής και στα δύο ενδεχόμενα: ο προπονητής.

Είναι εκείνος που παραμένει ο βασικός αρχιτέκτονας αυτού που βλέπουμε στο παρκέ.
Και, μέχρι στιγμής, αυτό που βλέπουμε απέχει πολύ από μια ομάδα με σαφή αγωνιστική ταυτότητα.

(https://www.paokworld.com/images/article_photos/2026/basketball/261013_lietkabelis-paok_1.png)