| Το εικοσιτετράωρο ενός Ρούλη |
|
|
|
|
- Ρούληηηηηηηηη! Ξύπναααα! 7 η ώρα! Έλα να πιεις το κακάο σου και να ντυθείς γρήγορα, να προλάβεις το 10 (αστικό). Θα χτυπήσει το κουδούνι και θα πάρεις απουσία. Ο συμπαθής φίλος μας σηκώνεται τσατισμένος, που ούτε στα όνειρά του δεν σήκωσε την πολυπόθητη κούπα και πάει βαριεστημένα να σηκώσει την κούπα του ζεστού κακάο της μαμάς. (Απαραίτητη διευκρίνηση Πιθανόν να υποθέσατε για τον ήρωα της ιστορίας μας, πως πρόκειται για πιτσιρικά, έτοιμο να πάει σχολείο. Εχμ... Όχι ακριβώς! Ο Ρούλης βλέπετε είναι 25 χρονών και πάει ακόμη στο Πανεπιστήμιο. Βέβαια μένει ακόμη στη θαλπωρή και τη φροντίδα της μαμάς, μέχρι να πάρει το πτυχίο του και να πάρει αναβολή από το στρατό και μετά να δουλέψει στο δήμο Θεσσαλονίκης) Μασουλώντας με όρεξη τα φρεσκοψημένα κουλουράκια της μαμάς, σκεφτόταν το όνειρο και τη χθεσινή ιστορική συνάντηση στη λέσχη-καφετέρια. Το λόγο του σεβάσμιου αρχηγού-οδοντίατρου, που μίλησε με πάθος για την ανάγκη της επικράτησης στο σημερινό ματς "μετά από αυτό το ματς θα διπλασιαστούμε" τους είπε "ξέρω ήδη δύο παλικάρια από τη Μπότσαρη με Δελφών γωνία που είναι έτοιμα να γραφούν στη λέσχη, αλλά θέλουν και καμιά νίκη, γιατί δεν αντέχουν πολύ την καζούρα..." προσθέτωντας με παράπονο "οι σημερινοί αρειανοί δεν είναι σκληραγωγημένοι σαν εμάς, που γαλουχηθήκαμε στην αφιλόξενη ελληνική ύπαιθρο και κυνηγηθήκαμε σε κάθε επαρχία. Τώρα σας τα δώσαμε όλα έτοιμα... Vamos campeon!" Ο Ρούλης θυμήθηκε αμυδρά τον φίλο του τον Λάκη να ρωτάει με απορία εκείνη την ώρα "Μα τι campeon αφεντικό, τίποτα δεν έχουμε σηκώσει εκτός τότε, πέρυσι στη Χαλκιδική, που..." Εκεί σώπασε ο Λάκης και δεν θυμόταν ο Ρούλης να τον ξαναείδε... Παράξενο! συλλογίστηκε Τις σκέψεις του διέκοψε η τσιριχτή φωνή της μαμάς του. - Α, και που είσαι Ρουλάκο. Έπλυνα και σου σιδέρωσα για το βράδυ για το γήπεδο τα κασκόλ και τη σημαία... Μα καλά ΠΑΟΚ έγινες τώρα; - Τι λες ρε μάνα τρελάθηκες... Πως σου ήρθε αυτό; Και τότε ο Ρούλης κατάλαβε... - Τι έκανες ρε μάνα. Ξέρεις πόσην ώρα έκανα να τα λερώσω και να τα τσαλακώσω αυτά τα κασκόλ για να φαίνονται χρησιμοποιημένα και τώρα μου τα έκανες όπως τα αγόρασα από το περίπτερο; -Μα γιατί παιδί μου να τα πάρεις άπλυτα; Η καημένη η μάνα δεν καταλάβαινε -Τέλος πάντων. Σου σιδέρωσα και τα συνηθισμένα ρούχα. Αυτά τα κίτρινα απ' έξω με τη μαύρη φόδρα που φοράς πάντα ανάποδα, για γούρι. Ούτε γιατί ο γιος της έφευγε φορώντας ανάποδα τα κίτρινα ρούχα του ή πολλές φορές κάτω από ζακέτα, ενώ είχε ζέστη καταλάβαινε η καψερή η μάνα και το απέδιδε στα γούρια. Ο Ρούλης που την αγαπούσε δεν τη διόρθωνε για να μην την ανησυχήσει. Το βράδυ λοιπόν έφτασε. Ο Ρούλης αφού πήγε βόλτα το μπουλντόγκ του αφεντικού, βρήκε την ευκαιρία να τσαλακώσει και να ξαναλερώσει τα κασκόλ που είχε αγοράσει. Ταυτόχρονα, επειδή το σκυλί πέρασε την Οσία Ξένη άλλαξε γρήγορα τη μουσική κλήσης στο κινητό του με μια κίνηση. Είχε γίνει εξπέρ σε αυτό. Ήταν άλλωστε αυτό που προσέφερε ως πιο δελεαστική προσφορά η εταιρεία που του δώρισε και το διαρκείας. "Αλλαγή ήχου με μια κίνηση. Επιλέξτε ύμνο ομάδας πατώντας έναν αριθμό μόνο". Πόσο χρήσιμο του είχε φανεί. Μόνο στη Κροατία που είχε πάει δεν χρησίμευσε γιατί η εταιρεία δεν είχε τον ήχο εκείνης της τυχάρπαστης ομάδας. Και πόσο ξύλο έφαγε άδικα... Τέλος πάντων. Περασμένα ξεχασμένα. Άλλωστε ευτυχώς δεν έβλεπε να ζούνε άλλη τέτοια περιπέτεια του χρόνου. Δόξα τον Αβραάμ! Φτάνοντας έξω από το γήπεδο η καρδιά του σκίρτησε. Είχε ραντεβού με τον Μίλτο, πίσω από την καφετέρια. Αχ, αυτός ο Μίλτος! Τι γοητευτικός... Και πόσο αρρενωπός όταν έβριζε... Αλλά τινάζει το κεφάλι του. "Δεν είμαι γκέι είπαμε", τσιρίζει στον εαυτό του αυστηρά, με τρόμο. Γαβ, του ξεφεύγει συνειρμικά ένας ήχος (του έμεινε από τις τόσες βόλτες) Μπαίνοντας στο γήπεδο, ο Ρούλης μπόρεσε επιτέλους να γυρίσει το πουκάμισο και το μπουφάν από τη σωστή πλευρά. Την ίδια κίνηση έκαναν και όλοι οι συνοπαδοί του μόλις περνούσαν και τα δυο πόδια μέσα στο γήπεδο. Του άρεσε πολύ αυτή η στιγμή. Έδειχνε μία αλληλεγγύη. Μία ενότητα. Ένα κοινό μυστικό για μια ωραία παρέα. Περιμένοντας να αρχίσει το ματς κοίταξε γύρω του. Τι κρίμα. Δεν υπήρχε κάποιος ενδιαφέρον άντρας, έτσι λίγο αρρενωπός. Και πολλές μούτζες ρε παιδί μου. Ξανατίναξε το κεφάλι με τρόμο... γαβ (συνειρμός) -Τι γαυγίζεις ρε μαλάκα; ρωτάει ο Μίλτος έκπληκτος. Που να ξέρει... Το κέφι του Ρούλη έφτιαξε μόλις είδε την αγαπημένη του φανέλα, που του θύμιζε τη Μάγια τη Μέλισσα. Μα τι όμορφη φανέλα! Μπράβο πρόεδρε! Μετά δυο ώρες του συνηθισμένου παιχνιδιού στον Κλεάνθη πια, όπου η μπάλα γυρνάει γύρω γύρω χωρίς σκοπό, περιμένει με αγωνία τα πέναλτι. Στέκεται τυχερός γιατί κληρώνεται το πέταλο το δικό του. Όλα μπροστά του θα γίνουν. Το όνειρο βγαίνει σιγά σιγά, σκέφτεται και αναθαρρεί λίγο. Πολύ λίγο όμως. Ο διπλανός του σκύβει συνωμωτικά δίπλα του και του ψιθυρίζει στο αυτί. -Ρε παλικάρι, θύμισέ μου... αν βάλουμε γκολ τι φωνάζουμε; Ο Ρούλης στενοχωριέται πολύ και άφηνει κάτω το 4ο κρουασάν μαρμελάδα, που πήρε από το κυλικείο (α, ξέχασα έφερνε λίγο από αρχηγό κόκε και γι' αυτό είχε ταυτιστεί και αγοράσει και τη φανέλα... ή γιατί ήταν η μόνη σε μέγεθος super3 large ή αλλιώς XXXL). Τώρα όμως του είχε κοπεί η όρεξη. Κρίμα και ήταν βερύκοκο... Ξεκινάει η διαδικασία. Βλέποντας τους παίχτες του ΠΑΟΚ μία αγκαλιά βρίσκει την ευκαιρία να αγκαλιάσει τον Μίλτο... από την αγωνία ντε... Προς μεγάλη του έκπληξη ακούει τον Μίλτο να βγάζει ένα πνιγμένο γαβ και τον βλέπει να κοκκινίζει. Το βλέμμα του τα έλεγε όλα! Την αμήχανη στιγμή διακόπτει ξαφνικά η διαδικασία των πέναλτι. Ο ψηλός αρρενωπός σέντερ φορ του ΠΑΟΚ το βάζει και φιλάει με πάθος τη φανέλα. Ο Ρούλης νιώθει ένα ρίγος να τον διαπερνά, αλλά δεν θέλει να δώσει σημασία. Τρομάζει, αλλά τελευταία στιγμή πνίγει το γαβ. Η διαδιακασία συνεχίζεται... Αυτός ο μπρουτάλ λατίνος με τη κορδέλα κάνει μια χειρονομία γεμάτη υποννοούμενα. Ο Ρούλης ακούει γύρω του πολλά πνιχτά γαβ. Περίεργο... σκέφτεται Μετά από πολύ αγωνία φτάνουμε στην εκτέλεση ενός ψηλού ωραίου παιδιού. Καλέ πως τον λένε αυτόν; Ακούει δίπλα του. -Σωτήρη. Απαντά ο πάντα ενημερωμένος Ρούλης Το γκολ του Σωτήρη και το βγάλσιμο της φανέλας του πυροδοτεί πολλά και διαφορετικά συναισθήματα στην κερκίδα. Άλλοι γαυγίζουν, άλλοι κλείνουν συνωμοτικά το μάτι, όπως όταν αλλάζουν ρούχα στην είσοδο του Κλεάνθη. Ταυτίστηκαν βλέπετε και νόμιζαν πως μοιραζόταν με τον αντίπαλο το μυστικό της ωραίας παρέας. Δυστυχώς όμως από κάτω δεν φορούσε τίποτα κίτρινο ο Σωτήρης. Στο τέλος ένα πιτσιρίκι με περίσσειο θάρρος αφού ευστοχεί διατάζει σιωπή. Γίνεται ένας πανζουρλισμός από γαυγίσματα και βρισιές, αλλά σύντομα η κερκίδα υπακούει και απλώνεται σιωπή. Άλλωστε από πίσω έρχεται ο επονομαζόμενος "ήρωας πολέμου" και το "ζωντανό θαύμα των προφητών", που γιατρεύτηκε το σπασμένο του γόνατο, ο διαλυμένος του αστράγαλος και ο κομμένος τένοντας, όλα μαζί σε ένα μόλις μήνα. Και έπαιξε και μπάλα!!!!! Ο κατά κόσμον Καράμπελας! Το θαύμα παίρνει φόρα. Ο Ρούλης και όλοι οι υπόλοιποι παρακολουθούν με κομμένη την ανάσα. Σουτάρει και.......... μπαμ η μπάλα βρίσκει ξαφνικά τον Ρούλη στο στόμα ο οποίος καταπίνει δύο σπασμένα δόντια. Κοντεύει να λιποθυμήσει από τον πόνο. Μέσα στη ζαλάδα του ακούει γύρω του κάτι για τ' αρχίδια του Καράμπελα και κάτι για το κύπελλο παπάρι, αλλά πονάει πολύ για να δώσει σημασία. Ο Μίλτος τον πάει στο πρόεδρο-οδοντίατρο κι αυτός μάνι μάνι του κάνει δυο σφραγίσματα και του χτυπάει και μια ένεση. Είναι να κάνεις το δύσκολο σε πελάτη, τώρα που σφίγγουν τα ζωνάρια; Μετά από λίγη ώρα και αφού πέρασε ο πόνος ο συμπαθής Ρούλης, φτάνοντας προς το σπίτι, φέρνει στη μνήμη του όσα έζησε την μέρα που πέρασε και ξεσπάει σε λυγμούς. Ο πόνος μιας άλλης χαμένης χρονιάς δεν αντέχεται. Καλύτερα ο πονόδοντος φωνάζει. Η μάνα του τρομαγμένη από τα κλάμματα σηκώνεται και τον παρηγορεί στην αγκαλία της. Της λέει τον πόνο του, αλλά που να καταλάβει αυτή. - Αχ παιδάκι μου, εγώ δεν ξέρω απ' αυτά. Μακάρι να ήταν εδώ ο πατέρας σου να σε παρηγορούσε. Καημένο μου παιδί που δεν γνώρισες πατέρα. - Πως ήταν ο μπαμπάς μαμά; - Δεν θυμάμαι καλά Ρούλη μου. Τούρκος ήταν πάντως ο μπαμπάς σου
PAOKCURE, 29/01/2009 Πάρε μέρος στη συζήτηση |




2 Μαΐου 2009. Τόπος ΟΑΚΑ.