| Ο αριθμός 5 |
|
|
|
Ο αριθμός 5 μου ήταν πάντα αδιάφορος. Δεν σχετίστηκε ποτέ με κάτι μεταφυσικό, δεν βοηθούσε σε λογοπαίγνια, δεν συνδέθηκε με καμιά φυσική παρουσία που να το κάνει να ξεχωρίζει. Τουναντίον ήταν εκνευριστικό ότι το συνταίριασμά του με τους ζυγούς αριθμούς οδηγούσε σε στρογγυλεμένα αποτελέσματα πολλαπλασίων του 10, κατακρεουργώντας την όποια διάθεση μαθηματικής αταξίας.
Τον ίδιο αυτό αριθμό δεν τον είχα συνδέσει ποτέ και με κάποιον παίκτη του Π.Α.Ο.Κ.. Κανείς από όσους τίμησαν τη βαριά αυτή φανέλα δεν κουβαλούσε αξιομνημόνευτα στο πίσω μέρος της αυτό το νούμερο, όπως για παράδειγμα το 10 που τιμήθηκε από τον Κούδα ή το 7 από τον Μπάνε Πρέλεβιτς. Κανείς δεν είχε τέτοια εμβέλεια και απήχηση που θα οδηγούσε στην αποτύπωσή του στο μυαλό μου. Από το βράδυ της Κυριακής όμως όλα αυτά άλλαξαν και μάλιστα με πολύ εμφατικό τρόπο, σαν «μια γροθιά στο στομάχι». Αυτόματα ο αριθμός 5 σε κάθε άκουσμά του, σε κάθε αναφορά του, σε κάθε παρουσία του θα κουβαλάει μαζί του μια κίνηση αλλοπρόσαλλη μαζί και ηρωική, ένα σκληρό πρόσωπο βγαλμένο από ταινία του Ταραντίνο κι ένα όνομα: Πάμπλο Γκαρσία. Όταν ο Πάμπλο έφτασε στη Θεσσαλονίκη για να παίξει για τον Π.Α.Ο.Κ. είχε στο βιογραφικό του, πέρα από την αναμφισβήτητη ποδοσφαιρική του αξία και τη φήμη του σκληρού παίκτη. Γύρω από το όνομά του αναπτύχθηκε μια ιδιαίτερα έντονη αναμονή της αποτύπωσης της φήμης στο χορτάρι και όλοι περίμεναν από το μεγάλο αυτό χαφ, να την μετουσιώσει σε πραγματικότητα. Το σαν σκαλισμένο σε βράχο πρόσωπο, το βλέμμα, κυρίως, όμοιο με άνθρωπου κατά συρροή παραβατικού και ο τρόπος παιχνιδιού του, ήρθαν να συνδράμουν την αναμονή και να τη γιγαντώσουν. Τη 10η αγωνιστική η φήμη έγινε πράξη και η αναμονή αποτέλεσμα. Ο Γκαρσία για τη γροθιά στον πολυδιαφημισμένο μπέμπη του γαύρου, από πολλούς, ακόμη και οπαδούς τους Π.Α.Ο.Κ., θα κατηγορηθεί, από τα ελεγχόμενα μέσα ενημέρωσης θα λοιδορηθεί, θα υπάρξουν κροκοδείλια δάκρυα σχετικών και ασχέτων για το κακό που προξένησε στο αθλητικό ιδεώδες και στο ευ αγωνίζεσθε. Θα του φορτωθεί η απώλεια της ομάδας και κάποιοι θα μιλήσουν για τη μελλοντική συμπεριφορά των διαιτητών απέναντί του. Ο Ουρουγουανός, φυσικά, δεν χτύπησε το βουτυρόπαιδο έχοντας στο μυαλό ή την καρδία του όλες εκείνες τις τραυματικές εμπειρίες που κουβαλάει ένας πραγματικός Π.Α.Ο.Κ.τσης και εκπορεύονται από το τέως ΠΟΚ για μια σειρά δεκαετίες. Η αντανάκλασή της όμως στον λαό της ομάδας αυτή τη σημειολογική έννοια είχε. Όταν μάλιστα την επαύριο η αυλαία σηκώθηκε και όλο το σκηνικό του πριν και του μετά παρουσιάστηκε στο κοινό, το αυθόρμητο «να αγιάσει το χέρι σου» βρήκε και ερείσματα, όχι επαγγελματικής βέβαια αλλά, φυσιολογικής συμπεριφοράς και αντίδρασης. Προσωπικά και εξαιρώντας τις ανθρώπινες σχέσεις, στις εκφάνσεις και δραστηριότητες της ζωής μου συνηθίζω να αφουγκράζομαι τη φωνή της λογικής και να την ακολουθώ πειθήνια. Όσον αφορά όμως τη λειτουργία μου ως οπαδού του Π.Α.Ο.Κ. το συναίσθημα είναι αυτό που κυριαρχεί συντριπτικά. Με αυτό τον τρόπο θέλω να βλέπω να λειτουργούν και οι αθλητές της ομάδας στο γήπεδο και πιστεύω ότι τα ίδια αισθήματα ενστερνίζονται και όλοι οι άλλοι οπαδοί μας, άλλος λιγότερο και άλλος με μεγαλύτερη θέρμη. Στην πορεία του χρόνου εξάλλου, οι αθλητές εκείνοι που λειτούργησαν με την καρδία τους, περισσότερο, παρά με το μυαλό τους, ήταν αυτοί που λατρεύτηκαν και έγιναν «οπαδικοί διαχρονικοί ήρωες». Το κλάμα του Μπάνε μετά τον τελικό με τη Ρεάλ και το επεισόδιο με το γκάνγκστερ, η παλικαριά του Παρίδη στη χρυσή δεκαετία του 70, τα αναφιλητά του Βασιλειάδη όταν έφευγε από την ομάδα, ο τσαμπουκάς του Λεοντιάδη, οι εμφανίσεις του Ζαγοράκη με το δικέφαλο στο στήθος και πολλές άλλες παρόμοιες που μου διαφεύγουν, ήταν κορυφαίες στιγμές έντονης συναισθηματικής λειτουργίας αθλητών του Π.Α.Ο.Κ. και απόλυτης ταύτισης τους με το κοινό ΠΑΟΚτσήδικο αίσθημα. Σ’ αυτό το πάνθεον των ωραίων-τρελών έγραψε από προχθές το όνομά του και ο Πάμπλο Γκαρσία. Η γροθιά του, μπορεί για τον ίδιο να ήταν μια προσωπική απάντηση, αλλά για όλους τους άλλους ήταν μια εξ αντανακλάσεως απάντηση στους καλομαθημένους επιστήμονες, στο υπερφίαλο αφεντικό τους, στους ατιμώρητους ποδοσφαιριστές των αντιπάλων, στους δημοσιογράφους φερέφωνα του συστήματος, στους μικροφαρισσαίους μαϊντανίσκους των ΜΜΕ. Εκεί που το «ένας για όλους» έγινε «ένας εξ ονόματος όλων» και έλαβε την πραγματική του διάσταση. Η κατά τον Καβάφη τρεχάμενη ηθική της εποχής μας, που επιθυμεί να αντικαταστήσει τον ανδρισμό μας με θηλυπρεπείς συμπεριφορές, που ηρωοποιεί ανθρώπους όπως ο καρβέλας και η πάνια, που ανέχεται βατοπαίδια και κατακεραυνώνει μικροοφειλές, αμόλησε τα μικροσκοπικά ανθρωπάκια της ζητώντας την κεφαλή του Ανθρωποφάγου επί πίνακι, μην αντέχοντας το ξεδίπλωμα του φλάμπουρου της αταξίας και της τρέλας του λαού του Δικέφαλου. Ειλικρινά δεν μπορώ να ξέρω τα συναισθήματα του ίδιου του Πάμπλο, ο οποίος είναι επαγγελματίας και μπορεί και να μετάνιωσε. Επίσης δεν αποδέχομαι ότι τέτοιες πρακτικές θα πρέπει να είναι καθημερινότητα. Τουναντίον θεωρώ ότι θα πρέπει να αποφεύγονται. Αλλά η μια φορά λειτούργησε στον κόσμο του Π.Α.Ο.Κ. (και πιθανόν σε πιο πλατιές μάζες οπαδών), σαν ένα ξέσπασμα κάτι σαν το γαμώτο της Πατουλίδου. Είναι πιθανό οι επιπτώσεις αυτής της πράξης να μην είναι οι πλέον ευχάριστες για την ομάδα και για τον ποδοσφαιριστή. Αλλά όπως είπε και ο μεγάλος Νίκος Καζαντζάκης : Καλύτερα μια μέρα ταύρος, παρά δέκα χρόνια βόδι. GTGipas 18/11/2008 Συζήτηση για το κείμενο
|




Ο αριθμός 5 μου ήταν πάντα αδιάφορος. Δεν σχετίστηκε ποτέ με κάτι μεταφυσικό, δεν βοηθούσε σε λογοπαίγνια, δεν συνδέθηκε με καμιά φυσική παρουσία που να το κάνει να ξεχωρίζει. Τουναντίον ήταν εκνευριστικό ότι το συνταίριασμά του με τους ζυγούς αριθμούς οδηγούσε σε στρογγυλεμένα αποτελέσματα πολλαπλασίων του 10, κατακρεουργώντας την όποια διάθεση μαθηματικής αταξίας.